Σε μια νέα και ιδιαίτερα κρίσιμη φάση περνά η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποιεί ότι όποια χώρα συνεχίσει να συναλλάσσεται με την Τεχεράνη θα βρεθεί αντιμέτωπη με βαριές οικονομικές συνέπειες. Με τη στρατιωτική λύση να μην έχει οδηγήσει στο αποτέλεσμα που επιδιώκει η Ουάσινγκτον και τις διαπραγματεύσεις να παραμένουν χωρίς σαφή προοπτική, το οικονομικό όπλο επιστρέφει στο προσκήνιο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κάνει λόγο για μια «οικονομική D-Day», προαναγγέλλοντας μια εκστρατεία που δεν θα περιοριστεί στις ιρανικές επιχειρήσεις και τράπεζες. Στόχος είναι και οι τρίτες χώρες που εξακολουθούν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, να μεταφέρουν χρήματα ή να παρέχουν θαλάσσιες και εμπορικές υπηρεσίες στην Τεχεράνη.
Το μήνυμα της Ουάσινγκτον είναι σαφές: όποιος προσφέρει οικονομική «σανίδα σωτηρίας» στο Ιράν θα πρέπει να υπολογίζει το κόστος της επιλογής του.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, αναμένεται να παρουσιάσει τις λεπτομέρειες της νέας στρατηγικής στις 24 Αυγούστου, ενώ ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς έχει χαρακτηρίσει τις κυρώσεις «νέα φάση» της σύγκρουσης. Η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι η οικονομική πίεση μπορεί να αποτελέσει το ισχυρότερο εργαλείο για να αναγκαστεί η Τεχεράνη να υποχωρήσει.
Το μεγάλο στοίχημα για την Ουάσινγκτον
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι το Ιράν δεν αντιμετωπίζει για πρώτη φορά ένα τέτοιο σφυροκόπημα. Οι αμερικανικές κυρώσεις συνοδεύουν την Ισλαμική Δημοκρατία εδώ και δεκαετίες, ενώ η πίεση αυξήθηκε δραματικά μετά την αποχώρηση της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ από την πυρηνική συμφωνία του 2015.
Παρά τις οικονομικές απώλειες, η Τεχεράνη έχει καταφέρει να προσαρμοστεί και να δημιουργήσει παράλληλους μηχανισμούς εμπορίου και χρηματοδότησης. «Σκιώδη» πλοία, νέες εμπορικές εταιρείες και εναλλακτικά δίκτυα πληρωμών χρησιμοποιούνται για να περιορίζεται η αποτελεσματικότητα των αμερικανικών κυρώσεων.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο ερώτημα της νέας στρατηγικής: μπορεί η Ουάσινγκτον να κλείσει αυτή τη φορά τα παράθυρα που μέχρι σήμερα επέτρεπαν στην Τεχεράνη να αναπνέει;
Η Κίνα, η Τουρκία και το Ιράκ στο επίκεντρο
Η απάντηση δεν εξαρτάται μόνο από το Ιράν. Καθοριστικό ρόλο θα παίξουν οι χώρες που εξακολουθούν να έχουν οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη.
Η Κίνα αποτελεί το σημαντικότερο κομμάτι του παζλ, καθώς οι οικονομικές και ενεργειακές της σχέσεις με το Ιράν είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Παράλληλα, χώρες όπως η Τουρκία και το Ιράκ θα μπορούσαν να βρεθούν υπό αυξημένη αμερικανική πίεση, εφόσον συνεχίσουν να λειτουργούν ως δίαυλοι για το ιρανικό εμπόριο.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αδυναμία της αμερικανικής στρατηγικής. Οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές στον βαθμό που οι χώρες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επιλέγουν να συμμορφωθούν. Αν σημαντικοί εμπορικοί εταίροι του Ιράν αποφασίσουν να συνεχίσουν τις συναλλαγές τους, η Τεχεράνη θα διατηρήσει πολύτιμες οικονομικές διεξόδους.
Μπορεί πραγματικά να «γονατίσει» το Ιράν;
Η νέα αμερικανική πίεση μπορεί αναμφίβολα να επιβαρύνει περαιτέρω την ιρανική οικονομία, να περιορίσει τα έσοδα από το πετρέλαιο και να αυξήσει το κόστος των εμπορικών συναλλαγών. Το κρίσιμο, όμως, είναι αν μπορεί να προκαλέσει μια αλλαγή στρατηγικής στην Τεχεράνη.
Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι το Ιράν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ανθεκτικό. Κάθε φορά που κλείνει ένας δρόμος, επιχειρεί να ανοίξει έναν άλλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις δεν προκαλούν σοβαρές ζημιές, αλλά ότι η οικονομική πίεση από μόνη της δεν εγγυάται πολιτική ή στρατιωτική υποχώρηση.
Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του Τραμπ. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να μετατρέψει την οικονομική ισχύ σε αποφασιστικό μοχλό πίεσης, την ώρα που η σύγκρουση έχει οδηγηθεί σε ένα επικίνδυνο αδιέξοδο.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν νέες κυρώσεις στο Ιράν. Μπορούν. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούν να τις κάνουν τόσο αποτελεσματικές, ώστε η Τεχεράνη να μην έχει πλέον χώρο για ελιγμούς.
Αν αυτό δεν συμβεί, η «οικονομική D-Day» του Τραμπ κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακόμη έναν γύρο πίεσης χωρίς το αποτέλεσμα που επιδιώκει η Ουάσινγκτον.











