Τα ευρήματα είχαν τεθεί υπόψη του Ντόναλντ Τραμπ περίπου έναν χρόνο πριν, χωρίς να ακολουθήσει κάποια ενέργεια, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές. Όπως αναφέρουν οι New York Times, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανιζόταν απρόθυμος να διακινδυνεύσει αναταράξεις στην εμπορική δραστηριότητα της Nvidia, οι πωλήσεις της οποίας επηρεάζουν την αμερικανική οικονομία και τη χρηματιστηριακή αγορά, αλλά και να επιβαρύνει περαιτέρω τις σχέσεις της Ουάσινγκτον με το Πεκίνο.
Η Χουάνγκ, ανώτατο στέλεχος εταιρείας κέντρων δεδομένων με έδρα τη Σιγκαπούρη, είχε βρεθεί αρχικά στο μικροσκόπιο των αμερικανικών Αρχών λόγω υποψιών ότι βοηθούσε κινεζικές επιχειρήσεις να αποκτούν προηγμένα τσιπ της Nvidia, παρακάμπτοντας τους περιορισμούς των ΗΠΑ στις εξαγωγές τεχνολογίας προς την Κίνα.
Η εκτίμηση ότι ενδέχεται να συγκέντρωνε και πληροφορίες για λογαριασμό του Πεκίνου διεύρυνε τις ανησυχίες των υπηρεσιών πληροφοριών. Στο επίκεντρο βρέθηκε το ενδεχόμενο να είχε πρόσβαση σε στοιχεία για τις δραστηριότητες της Nvidia, αλλά και σε πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις του Τραμπ για την τεχνολογική πολιτική των ΗΠΑ.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της προγραμματισμένης επίσκεψης του Αμερικανού προέδρου στην Κίνα τον επόμενο μήνα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών αποτελούν βασικό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών.
Παρά τις εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών, ο Τζένσεν Χουάνγκ δεν είχε λάβει επίσημη προειδοποίηση ότι ενδέχεται να αποτελεί στόχο ξένης υπηρεσίας πληροφοριών, σύμφωνα με τις πηγές των New York Times.
Η Nvidia, από την πλευρά της, απέρριψε τις υπόνοιες ότι οι επαφές του διευθύνοντος συμβούλου της με την Κινέζα επιχειρηματία είχαν ασυνήθιστο χαρακτήρα. Ο εκπρόσωπος της εταιρείας, Τζον Ρίτσο, δήλωσε ότι η Megaspeed, στην οποία εργαζόταν η Χουάνγκ, αντιμετωπίζεται όπως κάθε άλλος περιφερειακός πελάτης.
Το δημοσίευμα φέρνει στο προσκήνιο τη σύνθετη ισορροπία που καλείται να διαχειριστεί η Ουάσινγκτον: την προστασία της αμερικανικής τεχνολογίας από ενδεχόμενη κατασκοπεία και την επιδίωξη διατήρησης των εμπορικών συμφερόντων της, σε έναν κλάδο που βρίσκεται στην καρδιά του ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας για την τεχνητή νοημοσύνη.











