Σε συμφωνία για την εφαρμογή του νέου εμπορικού πλαισίου κατέληξαν τα ξημερώματα της Τετάρτης η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες, έπειτα από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν περισσότερο από πέντε ώρες και πραγματοποιήθηκαν σε ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα. Η εξέλιξη απομακρύνει, τουλάχιστον προσωρινά, τον κίνδυνο νέας εμπορικής σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού και φρενάρει τα σχέδια για νέο κύμα αυξημένων αμερικανικών δασμών που είχε προαναγγείλει ο Ντόναλντ Τραμπ.
Οι συνομιλίες μεταξύ εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατέληξαν σε συμβιβαστικό κείμενο που ενεργοποιεί τη συμφωνία η οποία είχε επιτευχθεί πέρυσι στο Τέρνμπερι της Σκωτίας. Παρά τις έντονες διαφωνίες των τελευταίων εβδομάδων, οι δύο πλευρές επέλεξαν να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους συνεργασίας, γνωρίζοντας ότι μια νέα κλιμάκωση θα προκαλούσε σοβαρές επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στην κατάργηση δασμών για αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και συγκεκριμένα αγροτικά αγαθά, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ανώτατο όριο 15% στους περισσότερους δασμούς που αφορούν ευρωπαϊκές εξαγωγές. Ωστόσο, εκτός συμφωνίας παραμένουν ο χάλυβας και το αλουμίνιο, με τους αμερικανικούς δασμούς να φτάνουν ακόμη και το 50%, προκαλώντας έντονη δυσαρέσκεια σε ευρωπαϊκές βιομηχανίες και εξαγωγικούς φορείς.
Το διακύβευμα θεωρείται τεράστιο, καθώς η εμπορική σχέση ανάμεσα σε ΕΕ και ΗΠΑ αποτιμάται σε περίπου 1,7 τρισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Επιχειρηματικοί κύκλοι σε Βρυξέλλες, Βερολίνο και Παρίσι προειδοποιούν ότι ακόμη και μικρές αναταράξεις στις διατλαντικές σχέσεις μπορούν να προκαλέσουν αλυσιδωτές πιέσεις στις ευρωπαϊκές εξαγωγές, στην παραγωγή και στις επενδύσεις.
Μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών, ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ Μάρος Σέφτσοβιτς δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση απέδειξε ξανά πως παραμένει αξιόπιστος εμπορικός εταίρος που τηρεί τις δεσμεύσεις του. Από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο επικεφαλής διαπραγματευτής Μπέρντ Λάνγκε υπογράμμισε ότι η συμφωνία εξασφαλίζει ένα πλαίσιο σταθερότητας για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, χωρίς όμως να εξαφανίζει πλήρως την αβεβαιότητα γύρω από τη στάση της Ουάσινγκτον τα επόμενα χρόνια.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτούν και οι ρήτρες ασφαλείας που ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο. Η συμφωνία προβλέπει ρήτρα λήξης τον Δεκέμβριο του 2029, ενώ δίνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση η δυνατότητα επανεξέτασης ή ακόμη και αναστολής της εφαρμογής της εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους έως το τέλος του 2026.
Η τελική πολιτική μάχη αναμένεται πλέον στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Ιούνιο, όπου η συμφωνία θα τεθεί προς ψήφιση μέσα σε κλίμα έντονων πολιτικών ισορροπιών και ισχυρών πιέσεων από τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες.











