Το κόστος εξαγοράς πλασματικών ετών αυξήθηκε από την 1η Απριλίου, ακολουθώντας την άνοδο του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ, και επηρεάζει άμεσα όσους σχεδιάζουν τη συνταξιοδότησή τους με βάση χαμηλότερες αποδοχές. Η μηνιαία επιβάρυνση διαμορφώνεται πλέον στα 184 ευρώ, αυξημένη κατά 8 ευρώ, γεγονός που ανεβάζει το ετήσιο κόστος στα 2.208 ευρώ. Για παράδειγμα, ένας ασφαλισμένος που θέλει να εξαγοράσει τρία έτη θα χρειαστεί να καταβάλει συνολικά 6.624 ευρώ, ποσό που απαιτεί προσεκτική στάθμιση πριν ληφθεί η απόφαση.
Η εξαγορά πλασματικών ετών μπορεί να λειτουργήσει ως επένδυση όταν οδηγεί σε σαφές και άμεσο όφελος. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν τα έτη αυτά βοηθούν στη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή επιταχύνουν σημαντικά την έξοδο από την εργασία. Σε περιπτώσεις όπου συμπληρώνεται 35ετία ή 40ετία, η αποχώρηση μπορεί να έρθει έως και αρκετά χρόνια νωρίτερα, γεγονός που καθιστά το κόστος πιο εύκολα αποσβέσιμο. Επιπλέον, μετά τα 30 έτη ασφάλισης τα ποσοστά αναπλήρωσης αυξάνονται, ενισχύοντας το τελικό ποσό της σύνταξης και καθιστώντας την εξαγορά πιο αποδοτική για όσους βρίσκονται κοντά σε αυτά τα όρια.
Ωστόσο, δεν είναι πάντα μια συμφέρουσα επιλογή. Όταν ο ασφαλισμένος απέχει αρκετά από τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών ή όταν η εξαγορά δεν οδηγεί σε άμεση συνταξιοδότηση, το κόστος μπορεί να ξεπεράσει το αναμενόμενο όφελος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απόφαση ενδέχεται να μετατραπεί σε οικονομική παγίδα, ιδιαίτερα αν δεν υπάρχει σαφής εκτίμηση του χρόνου απόσβεσης και της μελλοντικής σύνταξης.
Τα πλασματικά έτη περιλαμβάνουν τον χρόνο στρατιωτικής θητείας, σπουδών, τέκνων, καθώς και περιόδους επιδοτούμενης ανεργίας και ασθένειας. Οι τελευταίες αναγνωρίζονται χωρίς εξαγορά και συνυπολογίζονται μόνο για τη θεμελίωση και την εθνική σύνταξη, όχι για την ανταποδοτική. Η αίτηση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε στον αρμόδιο φορέα, ακόμη και μαζί με την αίτηση συνταξιοδότησης, ενώ ο αριθμός των ετών που αναγνωρίζονται εξαρτάται από το έτος θεμελίωσης και μπορεί να φτάσει έως και τα επτά έτη.
Καθοριστικός παράγοντας παραμένει το ύψος των αποδοχών ή των εισφορών, καθώς επηρεάζει τόσο το κόστος εξαγοράς όσο και το τελικό ποσό της σύνταξης. Γι αυτό η απόφαση απαιτεί προσεκτικό υπολογισμό, ώστε η εξαγορά να λειτουργήσει ως εργαλείο ενίσχυσης και όχι ως οικονομική επιβάρυνση χωρίς αντίκρισμα.











