Απάντηση στην κριτική της αντιπολίτευσης για την πολιτική πρόωρης αποπληρωμής του δημόσιου χρέους δίνει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, παρουσιάζοντας τα στοιχεία που, όπως υποστηρίζει, αποτυπώνουν τα οφέλη για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η στρατηγική ταχύτερης μείωσης του χρέους, με το ΥΠΕΘΟ να επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη πολιτική δεν στερεί πόρους από την κοινωνία, αλλά αντίθετα περιορίζει τις μελλοντικές υποχρεώσεις του Δημοσίου και δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για παρεμβάσεις τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου, το συνολικό ύψος των πρόωρων αποπληρωμών δημόσιου χρέους μέσα στο 2026 αναμένεται να φτάσει περίπου τα 12,84 δισ. ευρώ. Στο ποσό περιλαμβάνονται η αποπληρωμή των διμερών δανείων του GLF, ύψους περίπου 6,94 δισ. ευρώ, η μείωση των Εντόκων Γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου κατά 1,2 δισ. ευρώ, καθώς και οι επικείμενες πρόωρες εξοφλήσεις δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ και ομολογιακού δανείου περίπου 2,2 δισ. ευρώ.
Το οικονομικό επιτελείο υπογραμμίζει ότι η αποπληρωμή χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική και όχι δημοσιονομική συναλλαγή. Με βάση τους κανόνες της Eurostat, δεν προσμετράται στο πρωτογενές πλεόνασμα, στο συνολικό έλλειμμα ή στους στόχους δαπανών. Ως εκ τούτου, όπως επισημαίνει το ΥΠΕΘΟ, η άποψη ότι τα συγκεκριμένα ποσά θα μπορούσαν απλώς να διοχετευθούν σε δημόσιες δαπάνες δεν ανταποκρίνεται στους δημοσιονομικούς κανόνες.
Το όφελος αποτυπώνεται, σύμφωνα με το υπουργείο, και στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Η μέση σταθμική διάρκεια του προεξοφλούμενου χρέους ανέρχεται σε 7,1 έτη, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησης διαμορφώνεται περίπου στο 2,9%.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η μείωση των τόκων εκτιμάται ότι θα αποφέρει στο Ελληνικό Δημόσιο περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως. Σε ορίζοντα επταετίας, το συνολικό όφελος υπολογίζεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ. Παράλληλα, αξιοποιούνται τα διαθέσιμα του Δημοσίου, οι αποδόσεις των οποίων υπολείπονται του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη στρατηγική δεν περιορίζεται μόνο στη μείωση του χρέους. Συμβάλλει παράλληλα στη μείωση του κινδύνου αναχρηματοδότησης, στη διατήρηση της υψηλής μέσης διάρκειας του ελληνικού χρέους και στη βελτίωση της συνολικής εικόνας της ελληνικής οικονομίας στις διεθνείς αγορές.
Στόχος είναι η Ελλάδα να πάψει από το τέλος του 2026 να αποτελεί την πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης. Η επιδίωξη για τα επόμενα χρόνια είναι το ελληνικό χρέος να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο σε σχέση με το ΑΕΠ, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα τη διάσπαση του ορίου του 100% του ΑΕΠ μέσα στη δεκαετία του 2030.
Το ΥΠΕΘΟ συνδέει την πορεία αυτή και με τη βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Η αποκλιμάκωση του χρέους και η συνετή διαχείρισή του αποτελούν, όπως επισημαίνει, βασικά στοιχεία για τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων και τη μελλοντική πορεία του κόστους δανεισμού.
Ήδη, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το υπουργείο, το Ελληνικό Δημόσιο δανείζεται με χαμηλότερο κόστος από άλλες μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης. Η διαφορά έναντι της Ιταλίας διαμορφώνεται στις 13 μονάδες βάσης, ενώ έναντι της Γαλλίας στις 17 μονάδες βάσης.
Το βασικό επιχείρημα του οικονομικού επιτελείου είναι ότι η αποκλιμάκωση του χρέους δεν αποτελεί απλώς έναν δημοσιονομικό στόχο. Με χαμηλότερες υποχρεώσεις και μικρότερες δαπάνες για τόκους, δημιουργείται σταδιακά μεγαλύτερος δημοσιονομικός χώρος, ο οποίος μπορεί να αξιοποιηθεί για τη στήριξη της οικονομίας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
«Λιγότερο χρέος σήμερα σημαίνει περισσότερες επιλογές αύριο» είναι, επί της ουσίας, το μήνυμα του υπουργείου, το οποίο επιμένει ότι η χώρα δεν πρέπει να μεταφέρει στις επόμενες γενιές το κόστος των σημερινών αποφάσεων.











