Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

Ραφαέλα Καβαζαράκη: «Η μνήμη είναι και καταφύγιο και φυλακή»

Υπάρχουν παραστάσεις που τελειώνουν με την αυλαία και άλλες που συνεχίζουν να ζουν μέσα σου πολύ μετά το τελευταίο χειροκρότημα. Το «Λήθη Vs Θύμηση – Δοκιμή Πόε», εμπνευσμένο από το σκοτεινό και αινιγματικό σύμπαν του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Με οδηγό τη μνήμη, το τραύμα, την ενηλικίωση και τις αόρατες διαδρομές της ανθρώπινης ψυχής, η παράσταση δημιουργεί έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα συναντά το όνειρο και η θύμηση συγκρούεται διαρκώς με τη λήθη.

Λίγο πριν από την παρουσίαση του έργου το Σάββατο 6 Ιουνίου στο θέατρο επίκεντρο , η ηθοποιός Ραφαέλα Καβαζαράκη μιλά στη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για μια θεατρική εμπειρία που δεν χαρίζεται στον θεατή, αλλά τον καλεί να βυθιστεί στα πιο βαθιά και συχνά αχαρτογράφητα νερά του εαυτού του. Μέσα από μια ειλικρινή συζήτηση, αναφέρεται στις προκλήσεις της δημιουργικής διαδικασίας, στη δύναμη της μνήμης και σε εκείνες τις αλήθειες που, όσο κι αν προσπαθούμε να τις προσπεράσουμε, επιστρέφουν πάντα για να διεκδικήσουν τη θέση τους.

Αν η παράσταση είχε έναν ήχο, ποιος θα ήταν;

Νομίζω έναν ήχο οξύ, σαν ένα έντονο μονότονο ήχο σειρήνας που σου δημιουργεί την αίσθηση μιας ενόχλησης αλλά όχι λόγω της έντασης. Περισσότερο έναν ήχο απροσδιόριστο, σταθερό, που σου δημιουργεί μια περίεργη αίσθηση όπως οι λευκοί ήχοι που δεν σε ταράζουν επειδή ενοχλούν την ακοή, αλλά σε βάθος χρόνου σου ασκούν μια περίεργη αίσθηση της συνήθειας, κάπως βυθίζεσαι σε αυτό αλλά θα επιθυμούσες ίσως να σταματήσει χωρίς να είσαι σίγουρος ότι μπορείς ή θες.

Υπήρξε κάποια στιγμή στις πρόβες που νιώσατε ότι το έργο «σας ξεπέρασε» συναισθηματικά;

Η ποιότητα του έργου και η σκηνοθετική προσέγγιση ήταν μια πρόκληση, είναι ένα κείμενο που δε σου επιτρέπει να βρεις τη χαρά σε αυτό, αλλά παράλληλα είναι σα μια δίνη αλήθειας και η αλήθεια πάντοτε σε “ξεπερνά”, αναγκάζεσαι να δεις πόση αντέχεις, πόση είσαι ικανός να δεις κατάματα και να προσπαθήσεις να τη μεταφέρεις και στον θεατή. Η αίσθηση αυτή, του ότι το έργο “με ξεπέρασε” συναισθηματικά ήταν εντελώς διαφορετική κατά τη διάρκεια των προβών, σίγουρα δεν ήταν “εύκολη” διαδικασία, παρόλα αυτά στο τέλος καθαρά λυτρωτική.

Ποια εικόνα από την παράσταση πιστεύετε ότι μένει περισσότερο χαραγμένη στο μυαλό του θεατή;

Η παράσταση έχει πολλές “εικόνες”, είναι ένα έργο που “μιλάει” από τα σκηνικά και μόνο. Οι κινήσεις, οι φωτισμοί, οι σιωπές, η παράσταση στο σύνολο της είναι μια μυσταγωγία που σε βυθίζει από την έναρξη. Νομίζω το βασικό σκηνικό μας, ο κρατήρας που ατμιζει και γίνεται μήτρα, τάφος, αγκαλιά, δίνη, το ηφαίστειο που υπάρχει στη γη αλλά και μέσα μας, ίσως είναι αυτό που μένει στον θεατή. Κυρίως επειδή είναι αυτό που αντικρίζει από την πρώτη στιγμή, το παρατηρεί, το επεξεργάζεται, έχει χρόνο πριν καν “ξεκινήσει” η παράσταση να αφεθεί σε αυτό, να κάνει εικόνες, εικασίες, να νιώσει και να βυθιστεί.

Το έργο μιλά για όσα κρύβουμε μέσα μας. Πιστεύετε ότι σήμερα οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο να θυμηθούν ή περισσότερο να αισθανθούν;

Είναι δυο διαφορετικές έννοιες κι όμως κάπως αλληλένδετες. Η μνήμη εμπεριέχει μεγάλη γκάμα συναισθημάτων και το συναίσθημα πολλές φορές το έχουμε συνδέσει με κάτι που έχουμε ήδη ζήσει. Και πολλές φορές η αίσθηση του να προσπαθήσεις να επαναφέρεις στη μνήμη ή να αφεθεις να αισθανθείς είναι κάπως γλυκόπικρη, λέξη βασική για την παράσταση κατ’ εμέ.

Αν μπορούσατε να περιγράψετε την παράσταση με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν;

Πεπρωμένο ή απέπρωτο.

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο προσωπικό στοίχημα για τον καθένα σας μέσα σε αυτή τη δουλειά;

Ήταν μια συνεργασία που χαρήκαμε όλα τα μέλη, ήταν εξαιρετική η διαδικασία και η επικοινωνία και το αποτέλεσμα μας δικαίωσε. Το στοίχημα νομίζω είχε να κάνει με την δική μας προσωπική “αντοχή” όσον αφορά το έργο, μιας και μιλάμε για ένα έργο που όπως ανέφερα σε βυθίζει σε “νερά” που δεν είναι εύκολο να “κολυμπήσεις”. Δεν υπήρξε ακριβώς στοίχημα, μάλλον πρόκληση και την αποδεχτήκαμε με λαχτάρα.

Τελικά, η μνήμη λειτουργεί ως καταφύγιο ή ως φυλακή;

Η μνήμη δε μπορεί να είναι μονοσήμαντη, μονοδιάστατη. Η μνήμη είναι αυτό που είμαστε σήμερα, όμως δεν είναι πάντοτε ευχάριστες οι αναμνήσεις, οι εμπειρίες, η εξέλιξη. Νομίζω για όλους μας, είναι και τα δύο, και “ενεργοποιούνται” ανάλογα με την περίοδο της ζωής μας και τη συναισθηματική μας κατάσταση. Άλλωστε η λήθη της θνητότητας είναι η θύμηση της ανυπαρξίας όπως ακούγεται ως “αποχαιρετισμός” στην παράσταση.

Οι απαντήσεις της Ραφαέλας Καβαζαράκη φωτίζουν την ουσία μιας παράστασης που δεν επιδιώκει να καθησυχάσει ούτε να προσφέρει εύκολες βεβαιότητες. Αντίθετα, ανοίγει έναν διάλογο με όσα συνήθως μένουν σιωπηλά. Με τις μνήμες που επιμένουν, με τα τραύματα που μεταμορφώνονται, με τις πλευρές του εαυτού μας που παλεύουν ανάμεσα στη λήθη και τη θύμηση.

Ίσως γι’ αυτό η δύναμη του έργου δεν βρίσκεται μόνο σε όσα αφηγείται πάνω στη σκηνή, αλλά σε όσα αφυπνίζει μέσα στον θεατή. Στις εικόνες που τον ακολουθούν φεύγοντας, στις σκέψεις που επιστρέφουν απρόσκλητες και στα συναισθήματα που αρνούνται να μπουν σε λέξεις. Γιατί στο τέλος, η μνήμη δεν είναι απλώς ένα κομμάτι του παρελθόντος. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνεχίζουμε να υπάρχουμε. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όσα χάθηκαν και σε όσα παραμένουν ζωντανά, βρίσκεται η πιο ανθρώπινη αλήθεια της παράστασης.

Share it :

Τελευταία άρθρα