Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

Πιερρακάκης: «Ραγδαία μείωση δόσεων για πάνω από 100.000 δανειολήπτες – τέλος στους άδικους τόκους»

Σημαντική ανάσα για περισσότερους από 100.000 δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον νόμο 3869/2010 φέρνει η νέα κυβερνητική ρύθμιση για τα «κόκκινα» δάνεια, όπως υποστήριξε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης.

Ο υπουργός παρουσίασε το νέο πλέγμα διατάξεων, το οποίο προβλέπει ουσιαστικά τη διαγραφή σχεδόν του συνόλου των τόκων που κρίνονται άδικοι στις δικαστικές ρυθμίσεις δανείων. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η παρέμβαση δεν περιορίζεται στην εφαρμογή της πρόσφατης απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων, αλλά καθιερώνει έναν μηχανισμό καθολικής εφαρμογής για όσους διαθέτουν ενεργές ρυθμίσεις.

«Χωρίς νέα δικαστήρια, χωρίς νέες προσφυγές, χωρίς νέα ταλαιπωρία», τόνισε ο κ. Πιερρακάκης, επισημαίνοντας ότι χιλιάδες νοικοκυριά θα δουν άμεσα τις μηνιαίες δόσεις τους να περιορίζονται σημαντικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως είπε, η μείωση μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 300 ευρώ τον μήνα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην αναδρομική διάσταση της ρύθμισης. Τα ποσά που καταβλήθηκαν στο παρελθόν και υπερέβαιναν τελικά την πραγματική οφειλή δεν χάνονται, αλλά θα αναγνωρίζονται ως αποπληρωμή κεφαλαίου. Έτσι, μειώνεται το υπόλοιπο του δανείου, περιορίζεται η συνολική διάρκεια αποπληρωμής και διαμορφώνονται χαμηλότερες δόσεις για τους δανειολήπτες.

Το συνολικό κόστος της παρέμβασης υπολογίζεται περίπου στα 700 εκατ. ευρώ. Από αυτά, τα 500 εκατ. ευρώ αφορούν τη μελλοντική ελάφρυνση των δανειοληπτών, ενώ περίπου 200 εκατ. ευρώ συνδέονται με την αναδρομική αποκατάσταση ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί. Ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι το βάρος δεν θα μεταφερθεί μονομερώς στους φορολογούμενους, αλλά θα κατανεμηθεί μεταξύ τραπεζών και του σχήματος κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», ανάλογα με τα ποσά που έχει εισπράξει κάθε πλευρά.

Παράλληλα, ο κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε στο ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση ενισχύει τα διαθέσιμα εργαλεία για νοικοκυριά και επαγγελματίες. Μεταξύ άλλων, μειώνεται το όριο ένταξης στον εξωδικαστικό μηχανισμό από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ, ανοίγοντας την πρόσβαση σε περίπου ένα εκατομμύριο πολίτες. Προβλέπεται ακόμη δυνατότητα ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία σε έως 72 δόσεις, ενώ το ακατάσχετο όριο αυξάνεται από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ.

Ο υπουργός στάθηκε και στην προστασία της κύριας κατοικίας, σημειώνοντας ότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός προσφέρει πλέον μεγαλύτερες δυνατότητες για βιώσιμες ρυθμίσεις. Όπως εξήγησε, ο δανειολήπτης μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να προστατεύσει την πρώτη κατοικία του αξιοποιώντας τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία του, ώστε να επιτύχει μεγαλύτερο «κούρεμα» και χαμηλότερη μηνιαία επιβάρυνση.

Στην ομιλία του, ο κ. Πιερρακάκης υποστήριξε ότι το ιδιωτικό χρέος παραμένει μία από τις πιο βαριές κληρονομιές της οικονομικής κρίσης, πίσω από την οποία βρίσκονται οικογένειες, μικρομεσαίοι επαγγελματίες και πολίτες που ζητούν μια δίκαιη δεύτερη ευκαιρία.

Παρουσιάζοντας στοιχεία, ανέφερε ότι το ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε στο 94,1% το 2024, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 121,4%. Παράλληλα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις ελληνικές τράπεζες έχουν υποχωρήσει από περίπου 40% του χαρτοφυλακίου δανείων το 2019 σε ποσοστό κάτω από 3% σήμερα. Μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού έχουν ήδη πραγματοποιηθεί περισσότερες από 62.000 ρυθμίσεις, συνολικού ύψους άνω των 19 δισ. ευρώ.

Ο υπουργός συνέδεσε τις παρεμβάσεις για το ιδιωτικό χρέος με τις ευρύτερες οικονομικές πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά, ιδιαίτερα λόγω των διεθνών εξελίξεων και της αύξησης του κόστους ζωής. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στην οικονομική ενίσχυση των 150 ευρώ για κάθε παιδί, στη διεύρυνση της στήριξης προς τους συνταξιούχους και στην επέκταση των κριτηρίων για την επιστροφή ενός ενοικίου κάθε χρόνο.

Κλείνοντας, ο κ. Πιερρακάκης υποστήριξε ότι η Ελλάδα αλλάζει σταδιακά παραγωγικό μοντέλο, με τις επενδύσεις να κινούνται κοντά στο 17% του ΑΕΠ και τις εξαγωγές να έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το 2019. Όπως είπε, στόχος είναι η χώρα να μην αποτελεί μόνο τόπο κατανάλωσης κεφαλαίων, αλλά κέντρο διαχείρισης επενδύσεων, λήψης αποφάσεων και παραγωγής οικονομικής αξίας.

Share it :

Τελευταία άρθρα