Σαφές μήνυμα για την ανάγκη ενίσχυσης των εισοδημάτων των πολιτών σε ολόκληρη την Ευρώπη έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη συνάντησή του στο Μέγαρο Μαξίμου με την εκτελεστική αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ροξάνα Μινζάτου, υπογραμμίζοντας ότι η στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος πρέπει να αποτελέσει κεντρική ευρωπαϊκή πολιτική σε μια περίοδο οικονομικών πιέσεων και αυξανόμενου κόστους ζωής.
Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε ικανοποιημένος από την πορεία της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, σημειώνοντας ότι η ανεργία έχει υποχωρήσει θεαματικά από περίπου 18 τοις εκατό όταν η κυβέρνηση ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας πριν από έξιμισι χρόνια σε επίπεδα κοντά στο 8 τοις εκατό σήμερα, με τάση περαιτέρω αποκλιμάκωσης. Όπως ανέφερε, πρόκειται για μια εξέλιξη που αντανακλά την ευρύτερη προσπάθεια σταθεροποίησης της οικονομίας και ενίσχυσης της απασχόλησης, ενώ ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημαντική αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, έναν στόχο που, όπως τόνισε, αποτέλεσε βασική κυβερνητική προτεραιότητα από την αρχή της θητείας της κυβέρνησης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, επισημαίνοντας ότι η αύξηση του κόστους ζωής αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη πρόκληση για τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε ότι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος αποτελεί κρίσιμο εργαλείο κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας, τονίζοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση τόσο μέσω αυξήσεων στους ονομαστικούς μισθούς όσο και μέσω στοχευμένων φορολογικών μειώσεων.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η στήριξη των εισοδημάτων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά θα πρέπει να αναδειχθεί σε κοινή ευρωπαϊκή προτεραιότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η διεθνής οικονομική συγκυρία εμφανίζει νέες αβεβαιότητες και αυξημένες πιέσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής αλλά και για τη στήριξη της αναπτυξιακής δυναμικής των ευρωπαϊκών οικονομιών.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε επίσης στην εθνική κοινωνική συμφωνία για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τονίζοντας ότι η Ελλάδα έκανε ένα σημαντικό βήμα προόδου σε έναν τομέα στον οποίο στο παρελθόν βρισκόταν πίσω σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όπως είπε, το νέο πλαίσιο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την υπογραφή περισσότερων κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, γεγονός που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση των μισθών αλλά και στη μεγαλύτερη προστασία των εργαζομένων, πάντα όμως σε συνάρτηση με τις πραγματικές δυνατότητες των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η ύπαρξη ενός σαφούς και συμφωνημένου πλαισίου κοινωνικού διαλόγου αποτελεί σημαντική κατάκτηση για την αγορά εργασίας, καθώς ενισχύει την εμπιστοσύνη μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών και δημιουργεί ένα πιο σταθερό περιβάλλον για την ανάπτυξη της οικονομίας. Όπως τόνισε, τα θετικά στοιχεία που καταγράφονται σήμερα στην αγορά εργασίας λειτουργούν ως ένα σημαντικό ανάχωμα σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής μακροοικονομική κατάσταση χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα.
Από την πλευρά της, η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ροξάνα Μινζάτου χαρακτήρισε την Ελλάδα παράδειγμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα της ενίσχυσης του κοινωνικού διαλόγου και των συλλογικών συμβάσεων. Όπως σημείωσε, η επίτευξη συμφωνιών μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, ειδικά σε μια περίοδο έντονης πόλωσης και οικονομικών προκλήσεων στην Ευρώπη.
Η Ευρωπαία αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει πως η επένδυση στις θέσεις εργασίας και στους ανθρώπους μπορεί να αποτελέσει βασικό μοχλό οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής σταθερότητας. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η πρόσφατη συμφωνία συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή οδηγία για επαρκείς κατώτατους μισθούς, η οποία ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ενισχύσουν την κάλυψη των εργαζομένων μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η Ροξάνα Μινζάτου αναφέρθηκε επίσης στις μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στην ελληνική αγορά εργασίας, επισημαίνοντας ότι οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του πλαισίου εργασίας συνοδεύονται από μέτρα προστασίας των εργαζομένων και από πολιτικές που ενισχύουν τη συμμετοχή ομάδων που παραδοσιακά υποεκπροσωπούνται στην αγορά εργασίας, όπως οι γυναίκες και τα άτομα με αναπηρία.











