Η σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανθεκτικότητα των ελληνικών κρατικών ομολόγων απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, σύμφωνα με νέα μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Ωστόσο, το μήνυμα των συντακτών είναι σαφές: η πρόοδος αυτή δεν αποτελεί μόνιμη κατάκτηση και προϋποθέτει τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των μεταρρυθμίσεων που στηρίζουν την ανάπτυξη.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων, η περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και η επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ώστε το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου να παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα.
Οι ερευνητές καταγράφουν τη θεαματική μεταβολή που σημειώθηκε την τελευταία δεκαετία στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. Από επίπεδα που ξεπερνούσαν το 7% το 2016 –τα υψηλότερα στην ευρωζώνη– οι αποδόσεις υποχώρησαν το 2024 σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, γεγονός που αντανακλά τη σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας. Έτσι, η Ελλάδα πέρασε από τη θέση του πλέον ευάλωτου κρατικού δανειολήπτη της ευρωζώνης σε μια χώρα με σαφώς μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς οικονομικές αναταράξεις.
Σύμφωνα με το ερευνητικό σημείωμα, η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται σε τεχνικά χαρακτηριστικά της αγοράς του ελληνικού χρέους, αλλά κυρίως στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Οι συντάκτες υπογραμμίζουν ότι η αξιοπιστία που έχει κερδηθεί μπορεί να διατηρηθεί μόνο εφόσον συνεχιστεί η υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική.
Η ανάλυση, που βασίστηκε στις ημερήσιες αποδόσεις των δεκαετών κρατικών ομολόγων δέκα χωρών της ευρωζώνης την περίοδο 2016-2026, δείχνει ότι μετά την πανδημία τα ελληνικά ομόλογα εμφανίζουν αισθητά μικρότερη ευαισθησία στις περιόδους έντονης αβεβαιότητας. Ενώ κατά την κρίση της COVID-19 παρουσίαζαν τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις μεταξύ όλων των χωρών της ευρωζώνης, από το 2022 και μετά κινούνται πλέον σε παρόμοια επίπεδα με την Ιταλία και την Πορτογαλία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται ακόμη πιο ανθεκτικά.
Η μελέτη αποδίδει αυτή τη μεταβολή κυρίως στη μεγάλη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, που έφθασε περίπου τις 34 ποσοστιαίες μονάδες – τη μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν – καθώς και στη διατήρηση σταθερών πρωτογενών πλεονασμάτων. Μάλιστα, διαπιστώνεται ότι σε ολόκληρη την ευρωζώνη οι χώρες που μείωσαν περισσότερο το δημόσιο χρέος τους είδαν και τη μεγαλύτερη σταθεροποίηση στις αγορές ομολόγων, σε αντίθεση με κράτη όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, όπου το χρέος αυξήθηκε και δεν καταγράφηκε αντίστοιχη βελτίωση.
Παρά τη θετική εικόνα, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής προειδοποιεί ότι η ηρεμία στις αγορές δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Καθώς το ελληνικό χρέος περνά σταδιακά από τους θεσμικούς δανειστές στους ιδιώτες επενδυτές, οι αγορές θα γίνονται ολοένα πιο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.
Η έκθεση καταλήγει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία από μόνη της δεν αρκεί. Για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών απαιτείται παράλληλα επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, με έμφαση στις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και αλλαγές στη Δημόσια Διοίκηση, το φορολογικό σύστημα και τις αγορές εργασίας και προϊόντων. Όπως επισημαίνεται, ο συνδυασμός δημοσιονομικής σταθερότητας και ισχυρής αναπτυξιακής δυναμικής αποτελεί την καλύτερη ασπίδα της ελληνικής οικονομίας απέναντι σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.











