Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

«Κβαντική ιατρική», η επιστημονική ορολογία που προκαλεί αντιδράσεις. Τι αποκαλύπτουν δύο καθηγητές

Από τον πραγματικό ρόλο της Κβαντικής Φυσικής στην Ιατρική μέχρι τον Βιοσυντονισμό και τις υποσχόμενες «θεραπείες». Οι σαφείς αποστάσεις των επιστημόνων από πρακτικές χωρίς τεκμηρίωση

Μια λέξη έχει βρεθεί τις τελευταίες ημέρες στο επίκεντρο μιας έντονης δημόσιας συζήτησης. «Κβαντική». Μια λέξη που παραπέμπει σε ένα από τα πιο απαιτητικά πεδία της σύγχρονης Φυσικής, χρησιμοποιείται όμως πλέον και σε συζητήσεις γύρω από την υγεία, τις διαγνώσεις και τις θεραπείες, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για το πού τελειώνει η πραγματική επιστήμη και πού αρχίζει η επιστημονικοφανής προσέγγιση.

Δύο καθηγητές με σημαντική ακαδημαϊκή και ερευνητική διαδρομή επιχειρούν να βάλουν τέλος στη σύγχυση. Ο ομότιμος καθηγητής Ιατρικής Φυσικής και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών Γιώργος Παναγιωτάκης και ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής, διευθυντής και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Δημοσθένης Σαρηγιάννης μιλούν για το τι πραγματικά μπορεί και τι δεν μπορεί να υποστηριχθεί επιστημονικά.

Η βασική διαπίστωση είναι ξεκάθαρη. Η Κβαντική Φυσική είναι πραγματική επιστήμη και οι εφαρμογές της στην Ιατρική είναι υπαρκτές. «Κβαντική Ιατρική», όμως, ως αυτόνομος ιατρικός κλάδος, δεν υπάρχει. Ο καθηγητής Παναγιωτάκης επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι δεν υπάρχει πτυχίο Κβαντικής Ιατρικής.

Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Γιατί άλλο είναι η αξιοποίηση της Φυσικής και της Τεχνολογίας στην Ιατρική και άλλο η χρήση επιστημονικών όρων προκειμένου να δοθεί επιστημονικό περίβλημα σε πρακτικές που δεν διαθέτουν την αντίστοιχη τεκμηρίωση.

Η Ιατρική άλλαξε όταν άρχισε να μετρά

Ο Γιώργος Παναγιωτάκης εξηγεί τη σχέση Φυσικής και Ιατρικής μέσα από ένα παράδειγμα που μοιάζει απλό, αλλά αποτυπώνει τη σημασία της επιστημονικής μέτρησης.

Πριν από εκατοντάδες χρόνια, ένας άνθρωπος μπορούσε να διαπιστώσει ότι κάποιος είχε πυρετό, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια τη θερμοκρασία του. Η Φυσική έδωσε την έννοια της θερμοκρασίας και η Τεχνολογία δημιούργησε τα θερμόμετρα, επιτρέποντας πλέον την ακριβή ποσοτικοποίηση.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο, σύμφωνα με τον καθηγητή, βρίσκεται η πραγματική συμβολή των φυσικών επιστημών στην Ιατρική. Όχι στις εντυπωσιακές ονομασίες, αλλά στη δυνατότητα μέτρησης, ελέγχου και τεκμηρίωσης.

Ο Βιοσυντονισμός και οι «θεραπείες» που μπαίνουν στο μικροσκόπιο

Η συζήτηση δεν σταματά στην ορολογία. Ο καθηγητής Παναγιωτάκης θυμάται περιστατικό πριν από περίπου είκοσι χρόνια, όταν ομάδα γυναικών, μεταξύ των οποίων και μία γιατρός, του ζήτησε να προσφέρει επιστημονική κάλυψη στο πεδίο του Βιοσυντονισμού. Η απάντησή του ήταν αρνητική.

Όπως σημειώνει, πολλά από όσα ακούγονται σήμερα μπορεί να εμφανίζονται ως υπερβολικά ή ακόμη και ακραία, δεν είναι όμως καινούργια.

Ο ίδιος βάζει στην ίδια συζήτηση πρακτικές όπως τα μέντιουμ, οι υπνωτιστές, οι χαρτορίχτρες και οι καφετζούδες, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν διάγνωση ή θεραπεία και επομένως δεν μπορούν να έχουν ρόλο στη δημόσια υγεία.

Το πλέον ανησυχητικό σημείο αφορά, σύμφωνα με τον καθηγητή, τους ανθρώπους που βρίσκονται σε απόγνωση και μπορεί να γοητευθούν από υποσχέσεις για «διαγνώσεις» και «θεραπείες», οι οποίες μπορεί να είναι ακριβές αλλά ταυτόχρονα ασαφείς.

Η άλλη πλευρά της εικόνας είναι η πραγματική έρευνα

Ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης ξεκαθαρίζει ότι η απόρριψη του όρου «κβαντική ιατρική» δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η Κβαντική Φυσική δεν έχει σχέση με την Ιατρική.

Το αντίθετο.

Υπάρχουν πραγματικές ιατρικές εφαρμογές που βασίζονται σε αρχές της Κβαντικής Φυσικής και βρίσκονται σε εργαστηριακό, προκλινικό και κλινικό στάδιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η MRI.

Μάλιστα, ο καθηγητής αναφέρεται στην έρευνα για το υπερπολωμένο MRI με φωτονικές διαδικασίες, όπου η αύξηση της πόλωσης μπορεί να επιτρέψει την ανίχνευση αλλαγών με μεγαλύτερη ακρίβεια σε σχέση με ένα κλασικό MRI.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόοδος. Όχι σε αόριστες υποσχέσεις, αλλά σε εργαστήρια, ερευνητικά κέντρα και τεχνολογίες που περνούν από διαδοχικά στάδια ελέγχου.

Από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στις εφαρμογές της Ιατρικής ακριβείας

Στο Κέντρο Αριστείας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών αναπτύσσονται φωτονικές εφαρμογές που αφορούν την Ιατρική, με έμφαση στα προηγμένα οργανικά υλικά, στη θεραγνωστική του καρκίνου και στις βιοηλεκτρονικές εφαρμογές.

Στόχος είναι η ακριβέστερη διάγνωση χωρίς τη χρήση ιονίζουσας ακτινοβολίας, αλλά και η ανάπτυξη πιο εξειδικευμένων θεραπειών, προσαρμοσμένων στις ανάγκες του κάθε ασθενούς. Η έρευνα αφορά τον καρκίνο, την καρδιολογία, τη νεφρολογία και το μεταβολικό σύνδρομο.

Η εικόνα αυτή δείχνει και το πραγματικό μέγεθος της τεχνολογικής εξέλιξης. Η Κβαντική Φυσική μπορεί να βρίσκεται πίσω από σημαντικές επιστημονικές εφαρμογές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πρακτική που χρησιμοποιεί τη λέξη «κβαντική» αποκτά αυτομάτως επιστημονική εγκυρότητα.

Το μεγάλο κενό στην ενημέρωση

Για τον Δημοσθένη Σαρηγιάννη, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα βρίσκεται αλλού. Στον τρόπο με τον οποίο φτάνει η επιστημονική πληροφορία στον πολίτη.

Η πληροφορία, όπως επισημαίνει, δεν σταματά ποτέ. Χρειάζεται όμως φίλτρο, ώστε να μην καταλήγει επικίνδυνη. Ταυτόχρονα, η επιστημονική κοινότητα έχει ευθύνη να πλησιάσει τον πολίτη και να εξηγήσει με κατανοητό τρόπο τι σημαίνει κάθε νέα τεχνολογία και κάθε επιστημονική εξέλιξη.

Το μήνυμα που στέλνει είναι σαφές. Οι πολίτες πρέπει να αναζητούν επιστημονική τεκμηρίωση, ενώ οι επιστήμονες οφείλουν να δημιουργήσουν περισσότερο κατανοητό υλικό ενημέρωσης και να συμβάλουν ώστε να υπάρχει θεσμικά επικυρωμένη πληροφόρηση για ζητήματα που αφορούν άμεσα την υγεία.

Γιατί όταν η επιστημονική ορολογία μπερδεύεται με υποσχέσεις χωρίς τεκμηρίωση, η σύγχυση δεν μένει στη θεωρία. Μπορεί να αγγίξει την ίδια την υγεία του πολίτη.

Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα από την παρέμβαση των δύο καθηγητών. Η πραγματική επιστήμη δεν φοβάται τον έλεγχο. Αντίθετα, στηρίζεται σε αυτόν. Έχει μετρήσεις, δεδομένα, έρευνα και διαδικασίες αξιολόγησης.

Όταν όμως μια «θεραπεία» παρουσιάζεται με μεγάλες υποσχέσεις και μικρή ή ασαφή τεκμηρίωση, τότε η ανάγκη για ερωτήσεις γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Στην υγεία, άλλωστε, η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που έχει αποδειχθεί και σε αυτό που απλώς ακούγεται επιστημονικό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι η διαφορά που μπορεί να καθορίσει τις επιλογές ενός ανθρώπου τη στιγμή που αναζητά απεγνωσμένα μια απάντηση.

Share it :

Τελευταία άρθρα