Με καθαρό λόγο και χωρίς υπεκφυγές, η Ντόρα Μπακογιάννη σηκώνει το βάρος της υπεράσπισης της Νέας Δημοκρατίας και απαντά στον Αντώνη Σαμαρά, υπενθυμίζοντας σε όσους ξεχνούν εύκολα ποιος στάθηκε δίπλα στην παράταξη και ποιος στο παρελθόν την οδήγησε σε βαθιά πολιτική κρίση
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η σιωπή δεν είναι ψυχραιμία, αλλά αδυναμία. Και η Ντόρα Μπακογιάννη επέλεξε να μην σιωπήσει.
Απέναντι στη νέα επίθεση του Αντώνη Σαμαρά, η πρώην υπουργός Εξωτερικών μίλησε με τρόπο ευθύ, χωρίς περιστροφές και χωρίς να κρυφτεί πίσω από εύκολες εκκλήσεις για εσωκομματική ενότητα. Γιατί η ενότητα μιας παράταξης δεν μπορεί να σημαίνει ότι όλα επιτρέπονται, ούτε ότι κάθε δημόσια επίθεση πρέπει να μένει αναπάντητη.
Η Μπακογιάννη είπε αυτό που ένα σημαντικό κομμάτι της Νέας Δημοκρατίας ενδεχομένως σκέφτεται, αλλά δεν λέει εύκολα δημόσια. Ότι η συνεχής πολεμική απέναντι στην κυβέρνηση και στον Κυριάκο Μητσοτάκη μπορεί τελικά να γυρίσει μπούμερανγκ για εκείνον που την επιλέγει.
Αυτή η χολή, αν συνεχίσει να εμφανίζεται, θα μας κάνει καλό, είπε χαρακτηριστικά.
Και δεν το είπε τυχαία, η Ντόρα Μπακογιάννη γνωρίζει καλά τη Νέα Δημοκρατία, γνωρίζει τη βάση της, γνωρίζει τις ευαισθησίες της και κυρίως γνωρίζει ότι οι άνθρωποι που ψήφισαν την παράταξη επί δεκαετίες δεν αντιμετωπίζουν τη Νέα Δημοκρατία ως ένα άθροισμα προσώπων. Τη βλέπουν ως πολιτική παράταξη με ιστορία, διαδρομή και συγκεκριμένο βάρος.
Αυτό ακριβώς περιέγραψε και με το παράδειγμα από τη Θράκη.
Άνθρωποι που, όπως είπε, πριν από την ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη εξέφραζαν έντονη δυσαρέσκεια για ζητήματα της περιοχής και έφταναν να λένε ότι δεν θα ψήφιζαν Νέα Δημοκρατία, μετά την παρέμβαση Σαμαρά εμφανίστηκαν να αντιδρούν διαφορετικά.
Έ, όχι έτσι, έβαλε ο Σαμαράς μπροστά τις εργοστασιακές μας ρυθμίσεις, ήταν το μήνυμα που, σύμφωνα με την ίδια, έλαβε.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία της παρέμβασής της.
Η Μπακογιάννη δεν υποστηρίζει ότι όλα είναι τέλεια στη Νέα Δημοκρατία. Δεν αρνείται τη δυσαρέσκεια, δεν κλείνει τα μάτια στα προβλήματα και δεν επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα τεχνητής κομματικής ομοφωνίας. Αυτό που κάνει είναι να ξεχωρίζει τη διαφωνία από την ισοπέδωση και την κριτική από τη μόνιμη απαξίωση.
Γιατί άλλο είναι να ασκείς κριτική στην κυβέρνηση και άλλο να πυροβολείς διαρκώς την ίδια την παράταξη που σε ανέδειξε, σε τίμησε και σου έδωσε τη δυνατότητα να επιστρέψεις στην πρώτη γραμμή της πολιτικής.
Και σε αυτό το σημείο η Μπακογιάννη δεν άφησε τίποτα να πέσει κάτω.
Θύμισε ότι ο Αντώνης Σαμαράς έχει πίσω του μια δύσκολη πολιτική διαδρομή με τη Νέα Δημοκρατία. Θύμισε ότι κάποτε έριξε κυβέρνηση της παράταξης και στη συνέχεια επέστρεψε σε αυτήν, με τη Νέα Δημοκρατία να τον υποδέχεται ξανά και να τον αναδεικνύει ακόμη και στην πρωθυπουργία.
Ένας άνθρωπος που έχει ρίξει κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, τον έφερε πίσω η Νέα Δημοκρατία, τον τίμησε αυτή η παράταξη, είπε.
Δεν πρόκειται για ιστορική λεπτομέρεια. Είναι η ουσία μιας πολιτικής μνήμης που δεν μπορεί να διαγράφεται κάθε φορά που αλλάζουν οι συσχετισμοί.
Η Μπακογιάννη, άλλωστε, δεν μίλησε μόνο ως πρώην υπουργός ή ως κορυφαίο στέλεχος της παράταξης. Μίλησε ως άνθρωπος που έχει δώσει πολιτικές μάχες για τη Νέα Δημοκρατία και έχει βρεθεί σε δύσκολες στιγμές της παράταξης, όταν το ζητούμενο δεν ήταν ποιος θα κερδίσει μια δημόσια αντιπαράθεση, αλλά αν η Νέα Δημοκρατία θα καταφέρει να σταθεί ξανά όρθια.
Γι’ αυτό και η αναφορά της στο γινάτι και στη χολή είχε ιδιαίτερο βάρος.
Η ψυχή της παράταξης δεν την αντέχει, είπε.
Μια φράση που απευθύνεται περισσότερο στη βάση της Νέας Δημοκρατίας παρά στον ίδιο τον Σαμαρά.
Γιατί η Μπακογιάννη γνωρίζει ότι οι κομματικοί ψηφοφόροι μπορεί να θυμώσουν, μπορεί να διαφωνήσουν, μπορεί να απαιτήσουν αλλαγές. Δεν σημαίνει όμως ότι θέλουν να δουν την παράταξή τους να διαλύεται από μια διαρκή εσωτερική σύγκρουση.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμη της δικής της επιχειρηματολογίας.
Στα εθνικά ζητήματα, όπου ο Σαμαράς επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο πιο αυθεντικός εκφραστής της δεξιάς και πατριωτικής πτέρυγας, η Μπακογιάννη δεν υποχώρησε ούτε βήμα.
Αναγνώρισε ότι υπάρχει ένα τμήμα της δεξιάς βάσης που έχει στενοχωρηθεί και στο οποίο ο πρώην πρωθυπουργός απευθύνεται. Αλλά δεν του αναγνώρισε το δικαίωμα να θεωρεί ότι τα εθνικά ζητήματα αποτελούν αποκλειστικό του πεδίο.
Και η ερώτησή της ήταν απολύτως συγκεκριμένη.
Ακριβώς επειδή το βασικό του επιχείρημα που είναι τα εθνικά, είναι το ισχυρό χαρτί της Νέας Δημοκρατίας, αν ήθελες κύριε, πρωθυπουργός ήσουν. Γιατί δεν μίλησες εσύ για το casus belli.
Είναι μια απάντηση που μεταφέρει τη συζήτηση εκεί όπου πρέπει να βρίσκεται, στην ουσία της πολιτικής.
Η Ελλάδα έχει δικαιώματα, έχει διεθνές δίκαιο, έχει κυριαρχία και έχει υποχρέωση να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Ταυτόχρονα, χρειάζεται σοβαρότητα, ψυχραιμία και σταθερή στρατηγική.
Αυτή είναι και η γραμμή που εξέφρασε η Μπακογιάννη για τα ελληνοτουρκικά. Διάλογος με την Τουρκία, χωρίς αυταπάτες. Αμυντική θωράκιση, χωρίς επιθετικές διαθέσεις. Και πάνω από όλα, καμία αποδοχή αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Σε μια περίοδο όπου η περιοχή γύρω από την Ελλάδα αλλάζει με ταχύτητα και η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά από σοβαρές γεωπολιτικές ανατροπές, η λογική αυτή κάθε άλλο παρά δείγμα αδυναμίας είναι.
Είναι η λογική μιας πολιτικού που έχει γνωρίσει από πρώτο χέρι το βάρος της εξωτερικής πολιτικής και ξέρει ότι τα εθνικά θέματα δεν προσφέρονται για εύκολες κορώνες.
Την ίδια ώρα, η Μπακογιάννη έβαλε στο τραπέζι και το μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα των επόμενων εκλογών.
Ποιος θα αποφασίσει τελικά για την επόμενη ημέρα της χώρας.
Η απάντησή της ήταν καθαρή. Δεν θα το αποφασίσουν οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, ούτε οι προσωπικές φιλοδοξίες, ούτε οι τηλεοπτικές συγκρούσεις. Θα το αποφασίσει ο ελληνικός λαός.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το σημείο στο οποίο η παρέμβασή της αποκτά μεγαλύτερη πολιτική σημασία.
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να έχει προβλήματα. Μπορεί να δέχεται κριτική. Μπορεί να χρειάζεται διορθώσεις. Αλλά η επιλογή της Μπακογιάννη είναι να υπερασπιστεί την παράταξη απέναντι σε εκείνους που, κατά την άποψή της, επιχειρούν να την τραυματίσουν εκ των έσω.
Δεν υπερασπίζεται απλώς τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Υπερασπίζεται τη συνέχεια της Νέας Δημοκρατίας.
Και αυτό είναι ίσως το πιο καθαρό μήνυμα που έστειλε με τη σημερινή της παρέμβαση.
Ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να συνεχίσει να ασκεί κριτική. Η δημοκρατία αυτό επιτρέπει και η πολιτική αυτό απαιτεί. Όμως η Ντόρα Μπακογιάννη έδειξε ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα μια διαρκή απαξίωση της παράταξης.
Γιατί η Νέα Δημοκρατία, όπως την αντιλαμβάνεται η ίδια, δεν ανήκει σε κανένα πρόσωπο.
Ανήκει στους ανθρώπους που την κράτησαν όρθια στις δύσκολες στιγμές, στους ψηφοφόρους που επέστρεψαν σε αυτήν, σε εκείνους που την εμπιστεύτηκαν ξανά και κυρίως σε μια παράταξη που έχει μάθει να επιβιώνει από τις εσωτερικές της κρίσεις.
Και αυτή τη φορά, η Μπακογιάννη φαίνεται αποφασισμένη να μην αφήσει τη σύγκρουση να μετατραπεί σε αποδόμηση.
Η απάντησή της ήταν σκληρή, αλλά είχε μια καθαρή πολιτική λογική.
Όσο η επίθεση συνεχίζεται, τόσο η ίδια θα υπερασπίζεται τη Νέα Δημοκρατία.
Και όσο κάποιοι επιχειρούν να τραβήξουν την παράταξη προς τα πίσω, τόσο εκείνη θα επιμένει ότι η Νέα Δημοκρατία πρέπει να κοιτάξει μπροστά.
Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα της παρέμβασής της.
Και ίσως γι αυτό η φράση της για τη χολή να είναι τελικά πιο πολιτική από όσο φαίνεται με την πρώτη ανάγνωση.
Γιατί η Μπακογιάννη δεν φοβάται πλέον την αντιπαράθεση.
Την χρησιμοποιεί για να υπενθυμίσει ποια παράταξη υπερασπίζεται και γιατί.











