Σχεδόν οκτώ χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, η Ελλάδα δεν θυμίζει τη χώρα της μνημονιακής απόγνωσης. Θυμίζει μια χώρα που, μέσα σε αλλεπάλληλες διεθνείς κρίσεις, πανδημία, ενεργειακή αναταραχή, γεωπολιτική αστάθεια, κατάφερε να σταθεί όρθια, να μειώσει το χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ, να καταγράψει επενδυτική βαθμίδα, να δει την ανεργία στο χαμηλότερο επίπεδο σχεδόν δύο δεκαετιών και να προσελκύσει επενδύσεις που πριν από δέκα χρόνια φάνταζαν επιστημονική φαντασία.
Κι όμως, το εντυπωσιακότερο πολιτικό φαινόμενο δεν είναι μόνο οι επιδόσεις της κυβέρνησης. Είναι η αδυναμία της αντιπολίτευσης να αρθρώσει μια πειστική, κοστολογημένη και ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αντί για σχέδιο, ακούμε ένα μονότονο «να φύγει ο Μητσοτάκης». Αντί για όραμα, βλέπουμε σύγχυση. Και έτσι, η αντιπολίτευση καταλήγει να λειτουργεί ως άτυπος χορηγός της πολιτικής κυριαρχίας του.
Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι κομπάρσος. Είναι ενεργειακός κόμβος, γεωπολιτικός παίκτης στην Ανατολική Μεσόγειο, σταθερός σύμμαχος της Δύσης. Το μήνυμα από τις Βρυξέλλες και τις αγορές είναι σαφές: η χώρα αντιμετωπίζεται πλέον ως αξιόπιστος συνομιλητής. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολιτική σταθερότητα δεν είναι πολυτέλεια είναι εθνικό κεφάλαιο
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής υπό τον Νίκος Ανδρουλάκης μοιάζει να επενδύει περισσότερο στη φθορά του αντιπάλου παρά στη δική του ανανέωση. Αντί να καταθέτει ένα σαφές κυβερνητικό πρόγραμμα, αφήνει να αιωρείται η προσδοκία μιας μελλοντικής συγκυβέρνησης χωρίς τον Μητσοτάκη. Με ποιους όρους; Με ποια προγραμματική βάση; Με ποια κοινωνική πλειοψηφία; Σιωπή.
Η πολιτική δεν είναι wishful thinking. Δεν αρκεί να ελπίζεις ότι ο αντίπαλος θα σκοντάψει. Οφείλεις να αποδείξεις ότι μπορείς να σταθείς καλύτερα. Και μέχρι στιγμής, αυτό δεν έχει συμβεί.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει επιλέξει μια τακτική διαρκούς σύγκρουσης. Κάθε διαδικασία μετατρέπεται σε μετωπική ρήξη. Κάθε συζήτηση σε θεσμική καταγγελία. Το αποτέλεσμα; Αντί να αποδυναμώνεται η κυβέρνηση, ενισχύεται η εικόνα του πρωθυπουργού ως του πιο ψύχραιμου παίκτη στο δωμάτιο.
Αντίστοιχα, ο Κυριάκος Βελόπουλος επενδύει σε θεωρίες, υπερβολές και καταγγελτικό λόγο που απευθύνεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο ακροατήριο. Όμως κάθε φορά που ο πολιτικός διάλογος διολισθαίνει στη γραφικότητα, το Κέντρο συσπειρώνεται γύρω από τη μετριοπάθεια.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας διατηρεί μια συνεπή, αλλά διαχρονικά περιορισμένη εκλογική επιρροή, καθώς η ρητορική του απευθύνεται σε ένα σταθερό, όχι όμως πλειοψηφικό κοινό.
ΠΑΣΟΚ με ΣΥΡΙΖΑ; Χωρίς κοινή στρατηγική τα προηγούμενα χρόνια και με βαθιές ιδεολογικές και προσωπικές αντιθέσεις.
Συμπράξεις με μικρότερα, μονοθεματικά ή προσωποπαγή κόμματα; Με ποια σταθερότητα και ποια αντοχή στον χρόνο;
Κυβέρνηση «αντι-Μητσοτάκη»; Η αρνητική συγκολλητική ουσία σπάνια αντέχει όταν έρχεται η ώρα των δύσκολων αποφάσεων.
Η εμπειρία διδάσκει ότι κυβερνήσεις χωρίς κοινό όραμα και συνεκτικό πρόγραμμα γρήγορα παραλύουν. Και σε μια περίοδο που η χώρα βρίσκεται στο επίκεντρο γεωπολιτικών και οικονομικών εξελίξεων, η πολυτέλεια της αστάθειας δεν υπάρχει.
Το ζήτημα δεν είναι αν ο Μητσοτάκης είναι αλάνθαστος. Καμία κυβέρνηση δεν είναι. Υπάρχουν τραγωδίες που πλήγωσαν τη χώρα, όπως τα Τέμπη. Υπάρχει η ακρίβεια που πιέζει τα νοικοκυριά. Υπάρχουν μεταρρυθμίσεις που καθυστερούν. Όμως η πολιτική επιλογή δεν γίνεται σε κενό αέρος. Συγκρίνεις αυτό που έχεις με αυτό που σου προτείνουν.
Και σήμερα, η σύγκριση παραμένει ευνοϊκή για τον πρωθυπουργό. Όχι επειδή δεν υπάρχουν προβλήματα, αλλά επειδή απέναντί του δεν διαμορφώνεται πειστική εναλλακτική διακυβέρνησης.
Στις εκλογές του 2027 το δίλημμα θα είναι καθαρό, σταθερή πορεία με σαφές ευρωπαϊκό και μεταρρυθμιστικό στίγμα ή ένα πείραμα συγκυβέρνησης βασισμένο περισσότερο στην αντίθεση προς ένα πρόσωπο παρά σε ένα συνεκτικό σχέδιο.
Η δημοκρατία χρειάζεται ισχυρή, σοβαρή αντιπολίτευση. Μέχρι να εμφανιστεί, όμως, η πολιτική πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη, όσο οι αντίπαλοι αναλώνονται σε εσωτερικές έριδες, υπερβολές και ευσεβείς πόθους, τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κυριαρχεί στο παιχνίδι. Και τελικά, η μεγαλύτερη «αβάντα» του δεν είναι οι επιτυχίες του είναι τα λάθη των άλλων.











