Η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση στην 89χρονη ιστορία της Volkswagen βρίσκεται σε εξέλιξη, με τον γερμανικό κολοσσό να προχωρά σε νέες περικοπές προσωπικού και να επιχειρεί να αντιμετωπίσει έναν συνδυασμό πιέσεων που απειλεί ευθέως το παραγωγικό του μοντέλο.
Volkswagen ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει να μειώσει περίπου 50.000 επιπλέον θέσεις εργασίας, καθώς ο ανταγωνισμός από την Κίνα εντείνεται, το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό και η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις.
Με τις νέες περικοπές, ο συνολικός αριθμός των θέσεων εργασίας που βρίσκονται στο στόχαστρο αγγίζει πλέον τις 100.000 έως το τέλος της δεκαετίας. Από το 2024 η εταιρεία είχε ήδη συμφωνήσει σε μείωση του προσωπικού της κατά περίπου 50.000 εργαζομένους, ενώ μέχρι σήμερα έχουν επιτευχθεί συμφωνίες με 37.000 υπαλλήλους.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Volkswagen, Oliver Blume, έκανε λόγο για ένα «ισχυρό μήνυμα για το μέλλον του ομίλου», την ώρα που η διοίκηση καλείται να διαχειριστεί μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση: να μειώσει δραστικά το κόστος, να προσαρμοστεί στην ηλεκτροκίνηση και ταυτόχρονα να ανακτήσει το χαμένο έδαφος απέναντι στους Κινέζους κατασκευαστές.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση τεσσάρων γερμανικών εργοστασίων της Volkswagen. Οι εγκαταστάσεις σε Emden, Αννόβερο, Zwickau και Neckarsulm δεν έχουν ακόμη σαφές μέλλον μετά το 2030, καθώς η εταιρεία παραδέχεται ότι διαθέτει μεγαλύτερη παραγωγική δυναμικότητα από αυτή που χρειάζεται.
Η Volkswagen εξετάζει εναλλακτικές χρήσεις για τις εγκαταστάσεις, ενώ στο εργοστάσιο του Osnabrück έχουν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις με εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας. Η μετατροπή παραγωγικών εγκαταστάσεων για αμυντικές ανάγκες αποτελεί ένα από τα σενάρια που εξετάζονται, καθώς η Γερμανία αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στα εργοστάσια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο δημοσίευμα, το κόστος της Volkswagen παραμένει περίπου 30% υψηλότερο από εκείνο αντίστοιχων ανταγωνιστών, γεγονός που καθιστά την περιστολή των δαπανών επιτακτική.
Η Volkswagen βρίσκεται αντιμέτωπη και με μια ευρύτερη αλλαγή ισορροπιών στην παγκόσμια αγορά αυτοκινήτου. Η Κίνα έχει εξελιχθεί σε κορυφαία δύναμη στην παραγωγή αυτοκινήτων και ηλεκτρικών οχημάτων, ενώ οι πωλήσεις της Volkswagen στην κινεζική αγορά έχουν υποχωρήσει σημαντικά.
Παράλληλα, οι κινεζικές εταιρείες έχουν αποκτήσει σημαντικό πλεονέκτημα στην ηλεκτροκίνηση, έχοντας επενδύσει νωρίς στην τεχνολογία και στην παραγωγή ηλεκτρικών μοντέλων. Περίπου ένα στα πέντε νέα αυτοκίνητα που πωλούνται στην Ευρώπη είναι πλέον ηλεκτρικό.
Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στους στόχους της ίδιας της Volkswagen. Ο όμιλος στοχεύει πλέον σε παραγωγή 9 εκατομμυρίων αυτοκινήτων ετησίως, έναντι 12 εκατομμυρίων πριν από την πανδημία και 10 εκατομμυρίων πιο πρόσφατα. Παράλληλα, εξετάζει μείωση του αριθμού των μοντέλων που προσφέρει ακόμη και κατά το ήμισυ, σε μια προσπάθεια να περιορίσει την πολυπλοκότητα και το κόστος.
Η περίπτωση της Volkswagen ξεπερνά τα όρια μιας εταιρικής αναδιάρθρωσης. Ο γερμανικός όμιλος αποτελεί διαχρονικά έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της βιομηχανικής ισχύος της χώρας και η σημερινή του εικόνα αντανακλά τις πιέσεις που δέχεται συνολικά η γερμανική παραγωγή.
Υψηλό ενεργειακό κόστος, αυξημένος διεθνής ανταγωνισμός, η ακριβή μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και η ανάγκη για μεγάλες επενδύσεις συνθέτουν ένα δύσκολο περιβάλλον για τη γερμανική βιομηχανία.
Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή και κλιματική πολιτική της Γερμανίας έχει προκαλέσει έντονη αντιπαράθεση. Το υλικό που συνοδεύει την υπόθεση της Volkswagen υποστηρίζει ότι η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης επιβαρύνει περαιτέρω μια οικονομία που ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα ανταγωνιστικότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και το κόστος της ενέργειας, καθώς το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερες τιμές σε σχέση με ανταγωνιστικές οικονομίες. Παράλληλα, η κυβέρνηση συνεχίζει να στηρίζει την ενεργειακή μετάβαση με επιδοτήσεις και δημόσιες δαπάνες, ενώ αυξάνονται οι πιέσεις για περαιτέρω περιορισμό των εκπομπών.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας οικονομίας που καλείται να αλλάξει μοντέλο σε χρόνο-ρεκόρ, την ώρα που η βιομηχανική της βάση αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές πιέσεις.
Για τη Volkswagen, το στοίχημα είναι πλέον ξεκάθαρο. Η εταιρεία πρέπει να μειώσει το κόστος, να προσαρμόσει την παραγωγή της στα νέα δεδομένα της αγοράς και να αντιμετωπίσει την κινεζική επέλαση χωρίς να διαλύσει τον βιομηχανικό πυρήνα που την έκανε σύμβολο της γερμανικής οικονομίας.
Το σχέδιο αναδιάρθρωσης αποτελεί έναν συμβιβασμό ανάμεσα στη διοίκηση και τους εργαζομένους, μετά από μια περίοδο έντονης αντιπαράθεσης. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων τελικά το στήριξαν, ενώ και η ηγεσία της Κάτω Σαξονίας έδωσε την έγκρισή της.
Όμως τα δύσκολα μόλις αρχίζουν. Η Volkswagen πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να παραμείνει ανταγωνιστική σε μια αγορά που αλλάζει με ταχύτητα, ενώ παράλληλα η Γερμανία καλείται να αποφασίσει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η πράσινη μετάβαση χωρίς να υπονομευθεί η ίδια η βιομηχανική της βάση.
Το διακύβευμα δεν είναι πλέον μόνο πόσα εργοστάσια θα παραμείνουν ανοιχτά ή πόσες θέσεις εργασίας θα χαθούν.
Είναι το αν η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία μπορεί να προσαρμοστεί εγκαίρως στη νέα εποχή ή αν θα χάσει οριστικά το πλεονέκτημα που διατηρούσε επί δεκαετίες.
«Ή τώρα ή ποτέ», είναι η φράση που συνοψίζει το κλίμα που επικρατεί στη Volkswagen.











