Φτωχότερος είναι από σήμερα ο ελληνικός πολιτισμός, καθώς έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 92 ετών, η σπουδαία ηθοποιός Μάρω Κοντού, μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
Η αγαπημένη ηθοποιός νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας», αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας. Με τον θάνατό της κλείνει ένα σπουδαίο κεφάλαιο της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, αφήνοντας πίσω της μια σπάνια καλλιτεχνική παρακαταθήκη.
Γεννημένη στην Αθήνα με το πραγματικό όνομα Μαριάνθη Κοντού, ξεκίνησε την πορεία της από τον χορό, σπουδάζοντας στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης και συμμετέχοντας στις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Η υποκριτική, ωστόσο, ήταν εκείνη που την ανέδειξε σε μία από τις κορυφαίες πρωταγωνίστριες της γενιάς της.
Η δεκαετία του 1960 αποτέλεσε το αποκορύφωμα της κινηματογραφικής της διαδρομής. Συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες και συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους ηθοποιούς της εποχής, όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Δημήτρης Χορν και ο Νίκος Κούρκουλος. Ταινίες όπως «Τα Κίτρινα Γάντια», «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» και «Αλλοίμονο στους Νέους» παραμένουν μέχρι σήμερα διαχρονικά αγαπημένες, με τη Μάρω Κοντού να ξεχωρίζει για το ταλέντο, τη φινέτσα και τη φυσική της παρουσία.
Η πορεία της δεν περιορίστηκε μόνο στην υποκριτική. Υπηρέτησε το θέατρο για περισσότερες από επτά δεκαετίες, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, ενώ είχε ενεργή παρουσία και στα κοινά, εκλεγόμενη δημοτική σύμβουλος και βουλευτής.
Παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, με αξιοπρέπεια και αγάπη για την τέχνη. Σε παλαιότερη συνέντευξή της είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Την έζησα τη ζωή μου, τη χόρτασα», μια φράση που αποτυπώνει τη στάση ζωής της και συνοψίζει μια πορεία γεμάτη δημιουργία και προσφορά.
Η Μάρω Κοντού δεν υπήρξε μόνο μια σπουδαία ηθοποιός. Ήταν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του ελληνικού κινηματογράφου και μια καλλιτέχνιδα που σημάδεψε πολλές γενιές. Η απώλειά της αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό, ενώ το έργο της θα συνεχίσει να αποτελεί σημείο αναφοράς για την ιστορία του ελληνικού θεάτρου και της μεγάλης οθόνης.











