Ο πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν κλιμακώνεται επικίνδυνα, καθώς για έκτη συνεχόμενη ημέρα οι στρατιωτικές επιχειρήσεις επεκτείνονται σε όλη τη Μέση Ανατολή και παρασύρουν όλο και περισσότερες χώρες σε μια σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες. Τα ξημερώματα και το βράδυ της ίδιας ημέρας καταγράφηκαν νέα κύματα πυραυλικών και αεροπορικών επιθέσεων, με τις δύο πλευρές να εντείνουν τις επιχειρήσεις τους και να προετοιμάζονται για την επόμενη φάση του πολέμου.
Σύμφωνα με τον ισραηλινό στρατό, μέσα σε ένα μόνο εικοσιτετράωρο πραγματοποιήθηκαν περίπου 200 πλήγματα σε στόχους στο δυτικό και κεντρικό Ιράν. Στις επιθέσεις συμμετείχαν μαχητικά αεροσκάφη των ΗΠΑ και του Ισραήλ, τα οποία έπληξαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, θέσεις αεράμυνας και κέντρα διοίκησης. Μεταξύ των στόχων ήταν εγκαταστάσεις στην Τεχεράνη, στην ιερή πόλη Κομ, αλλά και στην Εσφαχάν, όπου σύμφωνα με πληροφορίες βρίσκονταν συστήματα αεράμυνας και υποδομές που συνδέονται με το πυραυλικό πρόγραμμα της χώρας.
Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του ισραηλινού στρατού, Εγιάλ Ζαμίρ, υποστήριξε ότι μέσα σε μόλις 24 ώρες οι ισραηλινές δυνάμεις κατέστρεψαν περίπου το 80 τοις εκατό των συστημάτων αεράμυνας του Ιράν. Σύμφωνα με τον ίδιο, η πολεμική αεροπορία έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 2.500 επιθέσεις και έχει ρίξει πάνω από 6.000 πυρομαχικά, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος των ιρανικών εκτοξευτών πυραύλων. Παρ όλα αυτά παραδέχθηκε ότι η απειλή δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως.
Την ίδια ώρα, σειρήνες αεροπορικού συναγερμού ήχησαν ξανά στο Τελ Αβίβ ύστερα από νέα πυραυλική επίθεση του Ιράν, ενώ εκρήξεις ακούστηκαν και στη Βηρυτός. Παράλληλα, οι ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις ενισχύουν τις θέσεις τους στα σύνορα με τον Λίβανο, καθώς αυξάνεται ο φόβος για άνοιγμα ενός νέου μετώπου.
Σύμφωνα με διεθνείς πηγές, ο πόλεμος εισέρχεται πλέον σε δεύτερη φάση. Ο νέος στρατιωτικός σχεδιασμός του Ισραήλ εστιάζει στις υπόγειες εγκαταστάσεις βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, οι οποίες βρίσκονται θαμμένες βαθιά στο έδαφος και αποτελούν κρίσιμο τμήμα της στρατηγικής αποτροπής της Τεχεράνης. Οι εγκαταστάσεις αυτές λειτουργούν ως αποθήκες πυραύλων και κέντρα διοίκησης, ενώ πολλές βρίσκονται κάτω από ορεινούς όγκους και βαριά οχυρωμένα καταφύγια.
Από την πλευρά του, το Ιράν επιχειρεί να απαντήσει κυρίως με επιθέσεις σε αμερικανικούς στόχους και ενεργειακές υποδομές σε χώρες του Κόλπου. Πυραυλικά πλήγματα και επιθέσεις με drones αναφέρθηκαν στη Σαουδική Αραβία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στο Κουβέιτ, στο Μπαχρέιν και στο Ομάν, προκαλώντας ανησυχία για τη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών.
Ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν επίσης ότι drones των Φρουρών της Επανάστασης επιτέθηκαν στο αμερικανικό αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, το οποίο κινείται στη Θάλασσα του Ομάν κοντά στα Στενά του Ορμούζ. Το αμερικανικό στρατιωτικό επιτελείο ωστόσο διέψευσε την πληροφορία, χαρακτηρίζοντάς την ψευδή.
Στο πολιτικό επίπεδο, ο πρόεδρος των Ηνωμένες Πολιτείες, Ντόναλντ Τραμπ, έστειλε σαφές μήνυμα ότι η Ουάσινγκτον σκοπεύει να παίξει καθοριστικό ρόλο στην επόμενη ημέρα του Ιράν. Σε συνέντευξή του υποστήριξε ότι θα πρέπει να έχει λόγο στην επιλογή της νέας ηγεσίας της χώρας, τονίζοντας ότι δεν θα δεχθεί έναν διάδοχο που θα συνεχίσει την πολιτική του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ.
Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε ότι η Τεχεράνη δεν σκοπεύει να διαπραγματευτεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν ζητά εκεχειρία. Όπως υποστήριξε, το Ιράν έχει ήδη εμπειρία διαπραγματεύσεων που κατέληξαν σε στρατιωτικές επιθέσεις και δεν βλέπει λόγο να επαναλάβει την ίδια διαδικασία.
Την ίδια στιγμή, η σύγκρουση φαίνεται να επεκτείνεται και γεωγραφικά. Το Αζερμπαϊτζάν κατηγόρησε το Ιράν ότι εκτόξευσε drones στο έδαφός του, ένα εκ των οποίων έπεσε κοντά σε αεροδρόμιο στη Ναχιτσεβάν και ένα δεύτερο κοντά σε σχολείο. Η Τεχεράνη αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή και απέδωσε την ευθύνη στο Ισραήλ.
Παράλληλα, ο πόλεμος έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει έντονα την παγκόσμια οικονομία. Η τιμή του πετρελαίου κινείται ανοδικά, ενώ οι αγορές εμφανίζουν έντονη νευρικότητα. Το πετρέλαιο Brent πλησιάζει τα 84 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο περίπου 13 τοις εκατό μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ οι επενδυτές στρέφονται στον χρυσό και σε άλλα ασφαλή επενδυτικά καταφύγια.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα περάσματα για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η κυκλοφορία δεξαμενόπλοιων έχει ήδη μειωθεί, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν ότι θα παρέχουν ναυτικές συνοδείες και ασφαλιστικές εγγυήσεις στα πλοία που διέρχονται από την περιοχή.
Με το μέτωπο να παραμένει ανοιχτό σε πολλαπλά σημεία και με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις να εντείνονται καθημερινά, η σύγκρουση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση που θα επηρεάσει όχι μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά και ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Οι επόμενες ημέρες αναμένεται να είναι καθοριστικές για την πορεία ενός πολέμου που δείχνει να εισέρχεται σε ακόμη πιο επικίνδυνη φάση.











