Ο Νίκος Πανόπουλος μιλά στη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για την πρόκληση του να συμπονέσεις έναν θύτη, για τη «γέννηση» του φασισμού μέσα στον άνθρωπο και για το επικίνδυνο μονοπάτι μιας ερμηνείας που ακροβατεί στο χείλος του γκρεμού.
Σε μια εποχή όπου η έμφυλη βία, ο λόγος μίσους και ο κοινωνικός διχασμός επιστρέφουν με ανησυχητική ένταση στον δημόσιο διάλογο, η παράσταση δεν συνομιλεί απλώς με το παρελθόν της δικτατορίας. Συνομιλεί με το σήμερα. Και μας καλεί να κοιτάξουμε κατάματα αυτό που ίσως φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε.
Το έργο είναι βασισμένο σε πραγματική υπόθεση γυναικοκτονίας την περίοδο της δικτατορίας, το έργο επιχειρεί να διεισδύσει στον ψυχισμό ενός ανθρώπου που οδηγήθηκε στο έγκλημα, φωτίζοντας τις κοινωνικές, πολιτικές και προσωπικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τη στάση του. Δεν πρόκειται για μια απλή αναπαράσταση ενός εγκλήματος, αλλά για μια θεατρική μελέτη πάνω στη γέννηση του φανατισμού και στη σχέση ατόμου και εξουσίας.
Ο Νίκος Πανόπουλος, μόνος επί σκηνής για 70 λεπτά, ισορροπεί ανάμεσα στην κατανόηση και την απόσταση από τον ήρωα, αναμετρώμενος με ένα κείμενο που παραμένει ανησυχητικά επίκαιρο.
Γιατί το θέατρο, όταν είναι αληθινό, δεν καθησυχάζει. Ξυπνά.

Ενσαρκώνετε έναν άνθρωπο που έχει διαπράξει ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Πώς αποφεύγει ένας ηθοποιός τον κίνδυνο να «ανθρωποποιήσει» ή να εξωραΐσει τον θύτη, χωρίς ταυτόχρονα να τον δαιμονοποιήσει επιφανειακά;
Συμπονώντας τον. Αυτό δηλαδή που πρέπει να κάνεις ως ηθοποιός σε όλους τους ρόλους, προκειμένου να μπορέσεις να υποστηρίξεις εσωτερικά και στην συνέχεια να αναπαραστήσεις και να ζωντανέψεις σκηνικά τον ήρωα. Είναι πιστεύω υποχρεωτικό, για να να ερμηνεύσεις έναν ρόλο, όποιος κι αν είναι αυτός, από άγιος μέχρι δαίμονας, να προσπαθήσεις όχι να τον δικαιολογήσεις, μα να τον καταλάβεις, να νοιώσεις την ψυχοσύνθεσή του, τα κίνητρά του κυρίως. Και τότε και μόνο τότε, μπορείς να σωματοποιήσεις τον λόγο, να αρχίσεις να αισθάνεσαι την ενέργεια του ρόλου ώστε να καταφέρεις να τον δημιουργήσεις. Δεν είναι εύκολη η διαδικασία, σίγουρα, κι εγώ είναι αλήθεια την κάνω ακόμα δυσκολότερη γιατί λόγω ιδιοσυγκρασίας, τείνω να βουτάω κατευθείαν στον ρόλο, να τον αρπάζω όπως-όπως με το ένστικτο κι “από τα μαλλιά” που λένε, κάπως βιαστικά από τις πρώτες πρόβες, προδπαθώντας να αποσπάσω όσο μπορώ το κέντρο βάρους του κειμένου, των ψυχή του ρόλου και όπως είναι φυσικό τα όποια λάθη που μοιραία προκύπτουν πληρώνονται με περισσότερη δουλειά στην συνέχεια για να διορθωθούν στην πορεία της πιο λεπτομερούς προετοιμασίας μέχρι να αρχίσουν οι παραστάσεις. Δεν το συνιστώ, είναι όμως ο δικός μου τρόπος, έχω την ανάγκη από πολύ νωρίς να “νοιώσω” ψυχικά τον ήρωα, να συνδεθώ μαζί του, να τον αγαπήσω ακόμα, όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό, ειδικά όταν μιλάμε για έναν άνθρωπο που έχει εγκληματίσει, όπως ο Θεόφιλος Τσάφος στο έργο του Κούνδουρου. Δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο στη ζωή, ούτε και στην σκηνή. Είμαστε όλοι όλα, εν δυνάμει είμαι κι όλοι οι ρόλοι μου, αυτό σε βοηθάει το θέατρο να ανακαλύψεις, είτε σαν θεατής, είτε σαν ερμηνευτής. Κι αυτό είναι πολύτιμο στη ζωή μας, λειτουργεί λυτρωτικά, αν μέσω της κατανόησης χτυπήσει το καμπανάκι, θα ξυπνήσει στην ψυχή μας η ουσιαστική ενσυναίσθηση… Και τότε… ίσως κάποτε να καταλάβουμε κάπως και να αγαπήσουμε, να συμπονέσουμε λίγο περισσότερο τον εαυτό μας, για να μπορέσουμε κάποια στιγμή να συμπονέσουμε και τους άλλους, να αποφύγουμε τα τραγικά μας λάθη, κάνοντας την ζωή μας λίγο καλύτερη…
Το έργο επιχειρεί να φωτίσει τη «γέννηση» του φασισμού μέσα από ένα προσωπικό έγκλημα. Πιστεύετε ότι ο φασισμός γεννιέται πρώτα στο άτομο ή πρώτα στην κοινωνία που το περιβάλλει;
Δύσκολη ερώτηση. Ειδικά για έναν ηθοποιό, ξέρετε…συνήθως ή μάλλον κυρίως, καλούμαστε να συνθέσουμε, όχι να αναλύσουμε το ψυχολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο των χαρακτήρων και τα αντίστοιχα αίτια των πράξεών τους. Και είναι αλήθεια ότι δεν ξέρω να σας απαντήσω. Θα έλεγα μάλλον πως ο φασισμός “γεννιέται” στο μυαλό ενός ανθρώπου μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες και συγκυρίες στην ζωή του. Ο φασίστας διαμορφώνεται από τις καταστάσεις, δεν γεννιέται. Σίγουρα δεν είναι μόνο θέμα παιδείας, γιατί υπάρχουν κσι μορφωμένοι φασίστες κι αυτοί είναι και οι πιο επικίνδυνοι μάλιστα. Είναι θέμα περισσότερο εμπειρίας και αντίληψης πάνω στην εμπειρία και όχι βιολογικό χαρακτηριστικό. Ένα μωρό δε μπορεί ποτέ να είναι φασίστας. Ένας όμως που του έχουν σκοτώσει τον πατέρα ας πούμε, από ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό στρατόπεδο, εύκολα γίνεται φασίστας μεγαλώνοντας και πολύ εύκολα και δολοφόνος, αν αφήσει να μπει μέσα του το μίσος από νωρίς… Η εξουσία από την άλλη φέρνει τον διχασμό στην κοινωνία, ο διχασμός τον φανατισμό κι φανατισμός την βία, αλλά και η εξουσία από την κοινωνία φτιάχνεται. Θέλω να πω, το ένα φέρνει το άλλο και πάλι απ’την αρχή. Το θύμα κι θύτης είναι η τροφή της εξουσίας, η οποία δεν υφίσταται χωρίς δίπολα, δυστυχώς…
Η αφορμή του έργου είναι μια πραγματική γυναικοκτονία. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η ευθύνη του θεάτρου όταν αγγίζει τόσο ωμές και ακόμη επίκαιρες πληγές της κοινωνίας; Ζούμε σε μια εποχή όπου η έμφυλη βία και ο λόγος μίσους επανέρχονται δυναμικά στον δημόσιο διάλογο. Πώς «συνομιλεί» αυτή η παράσταση με το σήμερα και όχι μόνο με το παρελθόν της δικτατορίας;
Όταν η τέχνη σκύβει και σκάβει τόσο πολύ στο πρόβλημα, χρειάζεται προσοχή. Να μην γίνει η τέχνη ο δάσκαλος που κουνάει το δάχτυλο. Η σοβαρή τέχνη παρατηρεί περισσότερο τον ίδιο τον άνθρωπο, καταγράφει την ψυχή του, όχι τόσο την διάνοια ή τις ιδέες του. Αλλιώς κινδυνεύει να γίνει στρατευμένη και χαμηλής αξίας, άνευ σημασίας. Ό,τι δεν χωράει στο μυαλό, το μαζεύει η καρδιά. Κι αυτό πιστέψτε με, είναι υπεραρκετό.
Η ευθύνη της τέχνης είναι μεγάλη, γιατί τα θέματα αυτά είναι πολύ σκληρά κι επίπονα, υπάρχει όμως μεγάλη ανάγκη να κοιτάξουμε το Τέρας κατάματα, γιατί δεν αντιμετωπίζεται αλλιώς. Και το τέρας είναι εδώ. Ακόμη. Και μάλιστα δεν κοιμάται, είναι ξύπνιο πλέον. Εμείς μοιάζει να μη το έχουμε ως τώρα καταλάβει πολύ καλά… Δεν είναι απλά επίκαιρο το συγκεκριμένο έργο, ούτε καν το ψυχογράφημα μιας εποχής ολόκληρης, όπως έχει ειπωθεί: Είναι δυστυχώς ανατριχιαστικά διαχρονικό.
Ως μονόδραμα, η παράσταση στηρίζεται αποκλειστικά πάνω σας για 70 λεπτά. Ποια στιγμή του έργου σας φέρνει πιο κοντά στα όριά σας, ψυχικά ή σωματικά;
Είναι πολύ ενδιαφέρουσ η ερώτηση, γιατί αρκετές φορές και σε διάφορα σημεία κατά την διάρκεια της παράστασης, νοιώθω να ταλανίζομαι από τα ίδια μου τα όρια, όπως ακριβώς αναφέρεστε. Δύο στιγμές όμως είναι ακρέες κι αποτελούν κίνδυνο και μαζί πρόκληση ερμηνευτικά: Η στιγμή που ο Θεόφιλος συνειδητοποιεί ότι οι Αρχές της εποχής δεν τον στηρίζουν πια ούτε κατά την διάρκεια της δίκης (όπως θα έκανσν σε κάθε χαφιέ – άλλωστε ψς γνωστό, η εξουσία πίνει το αίμα του θύτη και του θύματος) και αποκομμένος από παντού αναρωτιέται σαν σε μία άλλη διάσταση: “Τότε γιατί θυσίασα τη ζωή της Καίτης? Άδικα?”, θρηνώντας πάνω από τον τάφο της. Το “καθήκον”, η “λογική”, το “συναίσθημα”, τραγική ειρωνία: Ο διχασμός στο πειρσγμένο του πια μυαλό είναι ακραίος την στιγμή αυτή. Και στο φινάλε όταν το έργο έχει κορυφωθεί η απότομη προσγείωση πριν το έγκλημα είναι ό,τι δυσκολότερο μου έχει συμβεί ποτέ συο θέατρο. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν αυτό το επικίνδυνο μονοπάτι στην ακρη του γκρεμού, μέχρι την κορυφή ενός βουνού μέχρι την ελεύθερη πτώση από το κενό στο τέλος, κοιτώντας στα μάτια το κοινό.
Ο χαρακτήρας που υποδύεστε είναι γεμάτος αντιφάσεις, σύγχυση και παράνοια. Βρήκατε μέσα του στοιχεία που σας τρόμαξαν γιατί αναγνωρίζονται και στη σύγχρονη κοινωνία;
Απόλυτα. Συνειδητοποίησα ότι ο τρομακτικότερος είναι φασίστας “της διπλανής πόρτας”, ο υπεράνω υποψίας, ο μυστικός. Αυτός είναι και ο πιο επικίνδυνος. Η παράνοια, ξέχωρα από τον φανατισμό της ιδεολογίας από την οποία προέρχεται, όταν δεν είναι εμφανής, δεν την υποπτεύεσαι και δε μπορείς να αμυνθείς. Μόνο οι τραγικές συνέπειές της γίνονται αντιληπτές.
Αν ένας θεατής φύγει από την παράσταση νιώθοντας άβολα ή θυμωμένος, θα το θεωρήσετε επιτυχία ή αποτυχία της δουλειάς σας;
Είναι και τα δύο θεμιτά. Και μπορεί και να έχουν συμβεί. Η λύτρωση στο φινάλε, συμβαίνει για τον θεατή μόνο, όχι για τον ήρωα, ούτε βέβαια για τον ηθοποιό που τον ερμηνεύει. Όμως, ακόμα κι αν ένας στους 1000 θεατές ας πούμε ενοχληθεί, ή νιώσει άσκημα, τότε σημαίνει ότι το έργο, η παράσταση, η ερμηνεία, κάτι “τσίγκλισε” μέσα και σ’αυτόν κι ας μην το εξέφρασε με ενθουσιασμό όπως οι άλλοι, ας θύμωσε. Σημασία έχει ότι κάτι “μετακινήθηκε” μέσα του, κάτι βρίσκεται σε εξέλιξη, άρα κι εμείς οι συντελεστές κάτι κάναμε σωστά στη δουλειά μας, το έργο κι η παράσταση πέτυχαν τον σκοπό τους.

Το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου, στις 21:15, στο Θέατρο Επίκεντρο+, η Πάτρα γίνεται τόπος συνάντησης με ένα έργο που δεν φοβάται να κοιτάξει κατάματα τη βία, τις ιδεολογικές παρεκκλίσεις και τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία. Μια παράσταση 70 λεπτών, χωρίς διάλειμμα αλλά με πολλές αφορμές για σκέψη, συζήτηση και προβληματισμό μετά την αυλαία.











