Νέα ένταση καταγράφεται στις διατλαντικές σχέσεις, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες απειλούν με αντίποινα την Ευρωπαϊκή Ένωση σε περίπτωση που προχωρήσει σε ευνοϊκή μεταχείριση των ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών στο πλαίσιο του επανεξοπλισμού της ηπείρου. Η κυβέρνηση του Donald Trump διαμηνύει ότι δεν θα αποδεχθεί περιορισμούς στην πρόσβαση αμερικανικών εταιρειών στην ευρωπαϊκή αγορά όπλων, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια απόφαση θα προκαλέσει ανάλογες κινήσεις από την Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, το αμερικανικό Πεντάγωνο κατέθεσε υπόμνημα στο πλαίσιο δημόσιας διαβούλευσης της Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την αναθεώρηση των κανόνων για τις αμυντικές προμήθειες. Στο κείμενο αυτό εκφράζεται έντονη αντίθεση σε πιθανές αλλαγές που θα περιόριζαν τη δυνατότητα της αμερικανικής βιομηχανίας να συμμετέχει σε εθνικούς διαγωνισμούς κρατών μελών της Ένωσης, με την αμερικανική πλευρά να κάνει λόγο για προστατευτικές πολιτικές που θα οδηγούσαν σε άνιση μεταχείριση.
Η στάση αυτή αναδεικνύει το παράδοξο της αμερικανικής πολιτικής, καθώς η Ουάσιγκτον έχει επανειλημμένα καλέσει τους Ευρωπαίους συμμάχους στο ΝΑΤΟ να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος για την άμυνα της ηπείρου, χωρίς όμως αυτό να περιορίζει τα συμφέροντα των αμερικανικών εταιρειών. Σε κεκλεισμένων των θυρών σύσκεψη, ο υφυπουργός Εξωτερικών Christopher Landau φέρεται να επέκρινε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επειδή δίνουν προτεραιότητα στη δική τους αμυντική βιομηχανία.
Η Ευρώπη παραμένει διαχρονικά εξαρτημένη από αμερικανικά οπλικά συστήματα, από τα μαχητικά F-35 Lightning II έως τα πυραυλικά συστήματα M142 HIMARS και τα αντιαεροπορικά MIM-104 Patriot, με περίπου τα δύο τρίτα των εισαγωγών να προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Την ίδια ώρα, η Κομισιόν επιχειρεί να ενισχύσει το ευρωπαϊκό μερίδιο μέσω προγραμμάτων όπως το SAFE και μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων που στηρίζουν αγορές με υψηλό ποσοστό ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας.
Η αναθεώρηση της οδηγίας του 2009 για τις αμυντικές προμήθειες αναμένεται εντός του έτους και παραμένει ανοιχτό αν θα περιλαμβάνει δεσμευτική ρήτρα ευρωπαϊκής προτίμησης. Το Πεντάγωνο προειδοποιεί ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα επανεξετάσει τις εξαιρέσεις από τους νόμους Buy American, γεγονός που θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσβαση ευρωπαϊκών εταιρειών στην αμερικανική αγορά. Περίπου δεκαεννέα από τα είκοσι επτά κράτη μέλη έχουν υπογράψει συμφωνίες αμοιβαίων αμυντικών προμηθειών με την Ουάσιγκτον, οι οποίες επιτρέπουν τη διεκδίκηση συμβολαίων του αμερικανικού Πενταγώνου.
Η αντιπαράθεση αυτή δοκιμάζει τα όρια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και θέτει σε νέα βάση τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν η Ευρώπη μπορεί να ενισχύσει τη δική της αμυντική βιομηχανία χωρίς να πυροδοτήσει έναν εμπορικό και πολιτικό κύκλο αντιποίνων που θα επηρεάσει συνολικά τη διατλαντική συμμαχία.











