Ισχυρό ταμειακό απόθεμα, περιορισμένες ανάγκες νέου δανεισμού και συνεχείς πρόωρες αποπληρωμές αλλάζουν τα δεδομένα για τη διαχείριση του ελληνικού χρέους.
Την ώρα που το κόστος δανεισμού αυξάνεται στις διεθνείς αγορές, η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική θέση σε σχέση με το παρελθόν. Το Δημόσιο έχει ήδη καλύψει το μεγαλύτερο μέρος του φετινού δανειακού προγράμματος, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα που ξεπερνούν τα 35 δισ. ευρώ προσφέρουν σημαντικό περιθώριο κινήσεων, περιορίζοντας την άμεση ανάγκη προσφυγής στις αγορές.
Το φετινό πρόγραμμα δανεισμού, ύψους περίπου 8 δισ. ευρώ, είχε καλυφθεί κατά 97% ήδη από τον Ιούνιο. Με τα διαθέσιμα κεφάλαια, το Δημόσιο μπορεί να καλύψει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες για σημαντικό χρονικό διάστημα, ακόμη και χωρίς νέα έξοδο στις αγορές.
Η σημερινή εικόνα είναι αποτέλεσμα μιας στρατηγικής που ξεκίνησε αρκετά χρόνια νωρίτερα. Κομβικό σημείο αποτέλεσε το 2017, όταν ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους προχώρησε σε πράξεις swap, μετατρέποντας μεγάλο μέρος του δανεισμού από τον επίσημο τομέα —Ευρωζώνη, EFSF και ESM— από κυμαινόμενο σε σταθερό επιτόκιο.
Η κίνηση αυτή περιόρισε την έκθεση του ελληνικού χρέους στις μεταβολές των επιτοκίων και ενίσχυσε την προβλεψιμότητα του κόστους εξυπηρέτησής του.
Οι πρόωρες αποπληρωμές αλλάζουν το προφίλ του χρέους
Σημαντικό ρόλο στη σημερινή εικόνα έχουν διαδραματίσει και οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων.
Η Ελλάδα έχει ήδη εξοφλήσει τα 8,5 δισ. ευρώ των δανείων του ΔΝΤ από το 2022. Παράλληλα, από το 2021 μέχρι σήμερα έχει αποπληρώσει περίπου 29 δισ. ευρώ από τα συνολικά 52,9 δισ. ευρώ των διμερών δανείων προς την Ευρωζώνη, με στόχο την πλήρη εξόφλησή τους έως το 2030.
Παράλληλα, προγραμματίζεται έως το τέλος του έτους η πρόωρη αποπληρωμή ακόμη 5,7 δισ. ευρώ από τα δάνεια ύψους 111 δισ. ευρώ του EFSF.
Οι κινήσεις αυτές μειώνουν σταδιακά το συνολικό βάρος του χρέους και, κυρίως, βελτιώνουν το προφίλ των μελλοντικών χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας.
Από το 209,6% στο 158,3% του ΑΕΠ
Η μεταβολή στο μέγεθος του χρέους είναι επίσης σημαντική. Από το 2020, όταν το δημόσιο χρέος είχε εκτιναχθεί στο 209,6% του ΑΕΠ, η αναλογία έχει υποχωρήσει στο 158,3% το 2025.
Η αποκλιμάκωση αυτή συνδέεται τόσο με τη μείωση του χρέους όσο και με την ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια.
Την ίδια περίοδο, η δημοσιονομική εικόνα της χώρας έχει βελτιωθεί σημαντικά. Η Ελλάδα πέρασε σε πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ από το 2024 καταγράφει και δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Για το 2024 το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,7% του ΑΕΠ και το 2025 στο 4,9%, ενώ για το 2026 ο στόχος παραμένει σε επίπεδο άνω του 4% του ΑΕΠ.
Η επενδυτική βαθμίδα και το μήνυμα των οίκων
Σημαντικός σταθμός αποτέλεσε η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα το 2023, σχεδόν 13 χρόνια μετά την απώλειά της.
Η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας συνεχίστηκε και στη συνέχεια. Η Scope προχώρησε πρόσφατα σε νέα αναβάθμιση, ανεβάζοντας την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+, ενώ DBRS και Moody’s έχουν μεταβάλει τις προοπτικές της χώρας σε θετικές, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αναβάθμισης.
Η πορεία αυτή αντανακλά τη μεταβολή που έχει συντελεστεί στη δημοσιονομική διαχείριση και στη σχέση της χώρας με τις αγορές και τους θεσμούς της Ευρωζώνης.
Το «μαξιλάρι» των 35 δισ. ευρώ
Το ισχυρότερο ίσως στοιχείο της σημερινής στρατηγικής είναι τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα.
Με περισσότερα από 35 δισ. ευρώ στα κρατικά ταμεία και ένα περιορισμένο πρόγραμμα νέου δανεισμού, το Δημόσιο διαθέτει σημαντικό περιθώριο να διαχειριστεί περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας στις αγορές.
Ενδεικτικό είναι ότι το δανειακό πρόγραμμα για το 2027 εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει τα 7-8 δισ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι το ελληνικό χρέος έχει πάψει να αποτελεί ζήτημα για την οικονομία. Σημαίνει, όμως, ότι το προφίλ του έχει αλλάξει ουσιαστικά: μεγαλύτερη διάρκεια, υψηλότερη προβλεψιμότητα του κόστους, σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα και σταθερή προσπάθεια πρόωρης μείωσης των υποχρεώσεων.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές παραμένουν ευάλωτες στις διεθνείς εξελίξεις και στις μεταβολές του κόστους χρήματος, αυτή η διαφορετική δομή λειτουργεί ως σημαντικό περιθώριο ασφαλείας για τα δημόσια οικονομικά.











