Όλο το παρασκήνιο της ρήξης, τα 300.000 ευρώ, η απαγόρευση στις πρόβες και τα εισιτήρια που, όπως καταγγέλλει, του ακύρωσαν λίγο πριν από τη συναυλία στο ΟΑΚΑ
Τη δική του εκδοχή για όσα οδήγησαν στην πρωτοφανή ρήξη με την Άννα Βίσση δίνει ο Νίκος Καρβέλας, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες για το παρασκήνιο της συναυλίας στο ΟΑΚΑ και μιλώντας ανοιχτά τόσο για τη μεγάλη καλλιτεχνική διαφωνία τους όσο και για την οικονομική διαφορά που έχει προκύψει.
Σε μια μακροσκελή δήλωση, ο συνθέτης υποστηρίζει ότι η σχέση του με την Άννα Βίσση έχει αλλάξει σημαντικά και ότι πλέον οι δύο τους έχουν διαφορετική αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να παρουσιάζεται η μουσική τους.
«Η Άννα έχει πάρει μία κατεύθυνση, τόσο σε επίπεδο καλλιτεχνικό όσο και σε επίπεδο δημόσιας παρουσίας, που δεν με βρίσκει σύμφωνο», αναφέρει, εξηγώντας ότι οι διαφωνίες του δεν αφορούν μόνο τη συναυλία στο ΟΑΚΑ, αλλά μια συνολικότερη αλλαγή στη φιλοσοφία της καλλιτεχνικής τους πορείας.
Ο Καρβέλας στέκεται ιδιαίτερα στο μέγεθος της συναυλίας και στις τιμές των εισιτηρίων, που, όπως σημειώνει, έφταναν μέχρι και τα 400 ευρώ. Υποστηρίζει ότι δεν συμφωνεί με μια λογική όπου το τραγούδι περνά σε δεύτερο πλάνο μπροστά σε ένα μεγάλο και εντυπωσιακό θέαμα.
Και το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς ο ίδιος υπενθυμίζει ότι από τα 50 τραγούδια που ερμήνευσε η Άννα Βίσση στο ΟΑΚΑ, τα 47 ήταν δικές του δημιουργίες.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, λίγες ημέρες πριν από τη συναυλία ενημερώθηκε ότι δεν θα συμμετείχε στις μουσικές πρόβες, ενώ παράλληλα του γνωστοποιήθηκε ότι δεν θα λάμβανε την αμοιβή που, όπως λέει, είχε συμφωνηθεί.
Ο συνθέτης κάνει λόγο για ποσό 300.000 ευρώ και υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια πρωτοφανή για τον ίδιο κατάσταση, καθώς, όπως αναφέρει, ουδέποτε στο παρελθόν είχε αντιμετωπίσει άρνηση καταβολής αμοιβής για τη συμμετοχή του σε αντίστοιχη συναυλία.
«Πρώτη φορά σε όλα αυτά τα χρόνια που είμαι στον χώρο, ακούω παραγωγό να δηλώνει τελεσιγραφικά στον δημιουργό ότι δεν θα πληρωθεί επειδή το κόστος του παραγωγού είναι μεγάλο», αναφέρει.
Το παρασκήνιο, όμως, δεν σταμάτησε εκεί.
Όπως περιγράφει ο Καρβέλας, λίγες ώρες πριν από την έναρξη της συναυλίας ενημερώθηκε ότι τα αρχικά εισιτήρια που είχαν δοθεί στον ίδιο, στους οικείους και στους προσκεκλημένους του είχαν ακυρωθεί και είχαν αντικατασταθεί με νέα, σε διαφορετικές και πιο απομακρυσμένες θέσεις.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ξεκαθάρισε πως θα πήγαινε κανονικά στη συναυλία και θα καθόταν στις αρχικές θέσεις. Όπως αναφέρει, όταν ρώτησε αν θα του απαγορευόταν η είσοδος, η απάντηση που έλαβε ήταν πως αυτό θα μπορούσε πράγματι να συμβεί.
Για τον Καρβέλα, ωστόσο, το πιο δύσκολο σημείο ήρθε όταν ρώτησε αν η Άννα Βίσση γνώριζε για όσα συνέβαιναν.
Όπως υποστηρίζει, πληροφορήθηκε ότι η τραγουδίστρια ήταν ενήμερη.
«Μια λέξη μόνο μπορεί να εκφράσει αυτό που αισθάνθηκα, συντριβή», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Τελικά, ο Νίκος Καρβέλας δεν πήγε στη συναυλία.
Η αντιπαράθεση, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, συνεχίστηκε και μετά το ΟΑΚΑ. Όπως υποστηρίζει, του τέθηκε ως προϋπόθεση για να λάβει οποιαδήποτε αμοιβή να υπογράψει ότι δεν θα έκανε δημόσια αρνητική αναφορά στην Άννα Βίσση, ενώ προβλεπόταν και χρηματική ποινή σε περίπτωση που παραβίαζε τη συγκεκριμένη συμφωνία.
Ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει.
«Δεν δέχθηκα να απαρνηθώ την ελευθερία της γνώμης μου και να την ανταλλάξω με χρήμα», σημειώνει, υποστηρίζοντας ότι η αμοιβή του δεν ήταν κάποια παροχή, αλλά χρήματα που δικαιούται ως δημιουργός των τραγουδιών.
Η τοποθέτηση Καρβέλα ρίχνει πλέον νέο φως στη σχέση του με την Άννα Βίσση, μια συνεργασία που μετρά δεκαετίες και έχει συνδεθεί με ένα μεγάλο μέρος της δισκογραφίας της.
Ο ίδιος επιμένει ότι η διαφωνία του δεν περιορίζεται στο οικονομικό. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει, πίσω από τα 300.000 ευρώ βρίσκεται μια πολύ βαθύτερη σύγκρουση για την καλλιτεχνική κατεύθυνση που έχει πάρει η Άννα Βίσση και για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται πλέον τα τραγούδια που δημιούργησαν μαζί.
Η δημόσια τοποθέτηση του συνθέτη ανοίγει έτσι ένα νέο κεφάλαιο στην πολυετή σχέση των δύο καλλιτεχνών, με τον ίδιο να δηλώνει ότι στόχος του είναι να υπερασπιστεί το έργο του και τον σεβασμό που θεωρεί ότι του αναλογεί ως δημιουργού.











