Η Νίκη Κεραμέως ανακοίνωσε την έναρξη ισχύος της πρώτης συλλογικής σύμβασης εργασίας που οδηγεί σε αυξήσεις έως 12% στον κατώτατο μισθό σε συγκεκριμένο κλάδο, επισημαίνοντας ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν το βασικό εργαλείο για την ουσιαστική ενίσχυση του μέσου εισοδήματος στη χώρα, σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία επιχειρεί να καλύψει σημαντικά κενά του παρελθόντος.
Όπως τόνισε, η συμφωνία αυτή είναι αποτέλεσμα πολύμηνων διαπραγματεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους, που διήρκεσαν σχεδόν έναν χρόνο, με στόχο τη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου που θα διευκολύνει τόσο την υπογραφή όσο και την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων σε περισσότερους εργαζομένους. Η ίδια υπογράμμισε ότι η ανάγκη για τέτοιου είδους παρεμβάσεις ήταν επιτακτική, καθώς η χώρα παρουσίαζε σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στο πεδίο των μισθολογικών απολαβών.
Η συλλογική συμφωνία υπογράφηκε στα τέλη Νοεμβρίου και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ακολούθησε η νομοθετική της κατοχύρωση, με το σχετικό νομοσχέδιο να ψηφίζεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Λίγες ημέρες μετά την ψήφισή του, τέθηκε ήδη σε εφαρμογή η πρώτη σύμβαση που αφορά τον κλάδο των ζαχαρωδών προϊόντων και επηρεάζει άμεσα περίπου 6.000 εργαζομένους, ενώ σε περίπτωση επέκτασης εκτιμάται ότι θα καλύψει έως και 23.000 άτομα.
Η υπουργός σημείωσε ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτελεί μόνο την αρχή μιας ευρύτερης στρατηγικής που στοχεύει στη σταδιακή ενίσχυση των αποδοχών μέσω θεσμικών εργαλείων και όχι αποσπασματικών παρεμβάσεων. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα στις γεωπολιτικές εντάσεις, επισημαίνοντας ότι οι συνέπειες τους επηρεάζουν άμεσα την οικονομία, κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι η κυβερνητική πολιτική κινείται σε δύο βασικούς άξονες, από τη μία την ενίσχυση των μισθών και από την άλλη τη μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, με στόχο τη συνολική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Προανήγγειλε μάλιστα ότι μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα εισηγηθεί στο υπουργικό συμβούλιο νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Απριλίου, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη οριστικοποιηθεί το ακριβές ποσό.
Υπενθύμισε ότι ο κατώτατος μισθός έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, από τα 650 ευρώ στα 880 ευρώ σήμερα, ενώ παραμένει σε ισχύ η δέσμευση για περαιτέρω άνοδο στα 950 ευρώ έως το 2027. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται μια σταθερή και προβλέψιμη πορεία ενίσχυσης των εισοδημάτων, αποφεύγοντας αιφνιδιασμούς που θα μπορούσαν να διαταράξουν την αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην πορεία της ανεργίας, η οποία, όπως σημείωσε, έχει υποχωρήσει στο 7,7% από επίπεδα που άγγιζαν το 18%, καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό των τελευταίων 18 ετών. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την ίδια, αντανακλά τη συνολική βελτίωση της αγοράς εργασίας, αλλά και την αποτελεσματικότητα στοχευμένων πολιτικών απασχόλησης.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι διαχρονικά η ανεργία πλήττει περισσότερο τις γυναίκες και τους νέους, γι’ αυτό και υλοποιούνται εξειδικευμένα προγράμματα που απευθύνονται σε αυτές τις ομάδες. Όπως ανέφερε, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών βρίσκεται πλέον στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ, προσεγγίζοντας το 10%, στοιχείο που καταδεικνύει τη σταδιακή άρση των ανισοτήτων στην αγορά εργασίας.
Συνολικά, η εφαρμογή της πρώτης συλλογικής σύμβασης με αυξήσεις μισθών σηματοδοτεί μια νέα φάση για τις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα, με την κυβέρνηση να επιδιώκει την ενίσχυση των αποδοχών μέσα από θεσμικές αλλαγές και σταθερές παρεμβάσεις, σε ένα περιβάλλον που παραμένει απαιτητικό λόγω των διεθνών οικονομικών και γεωπολιτικών συνθηκών











