Μια συλλογή εικόνων που αποτυπώνει τις τελευταίες στιγμές 200 Ελλήνων πριν από την εκτέλεσή τους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944, αναγνωρίστηκε πλέον επίσημα ως μνημείο. Με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, έπειτα από γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, το σύνολο της φωτογραφικής συλλογής κηρύχθηκε μνημείο, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεκδίκηση και απόκτησή της από το ελληνικό κράτος.
Δεν πρόκειται απλώς για φωτογραφικά τεκμήρια, αλλά για πρόσωπα και βλέμματα, απαθανάτισαν μια παγωμένη στιγμή πριν από τη θυσία.
Οι φωτογραφίες εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά στον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών e-bay.de το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου. Φερόμενος ιδιοκτήτης είναι ο Βέλγος συλλέκτης Tim de Craene, ο οποίος ειδικεύεται σε αναμνηστικά και τεκμήρια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέσω της εταιρίας του, Crain’s Militaria, προσέφερε προς πώληση τη συλλογή. Το πρωί της Δευτέρας 16 Φεβρουαρίου απέσυρε τις δώδεκα φωτογραφίες που απεικονίζουν τους μελλοθάνατους. Ωστόσο, το σύνολο της συλλογής παραμένει προς πώληση.
Οι εικόνες ανήκαν στον τότε υπολοχαγό της Βέρμαχτ, Hermann Heuer, ο οποίος το 1943 -1944 υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας. Είχε λάβει εντολή να παρακολουθήσει ή και να συνδράμει, καθώς αυτό δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως την εκτέλεση των 200 κρατουμένων που μεταφέρθηκαν από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή ως αντίποινα για τη δράση της Αντίστασης. Η προσωπική του συλλογή περιλαμβάνει φωτογραφίες από περιοχές της κατεχόμενης Ευρώπης όπου υπηρέτησε Βέλγιο, Γαλλία και Ελλάδα αποτυπώνοντας το βλέμμα του κατακτητή πάνω στην Ιστορία.
Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται η διπλή, σχεδόν οδυνηρή, ιστορική τους αξία.
Όπως επισημαίνει το Υπουργείο Πολιτισμού, η συλλογή συνιστά τεκμήριο διαμόρφωσης αντιλήψεων και στάσεων μέσω της εικόνας, στο πλαίσιο των προπαγανδιστικών μηχανισμών των στρατευμάτων Κατοχής. Η φωτογραφία δεν ήταν ουδέτερη. Υπήρξε εργαλείο. Ο μηχανισμός προπαγάνδας που είχε οργανώσει ο Γιόζεφ Γκέμπελς αξιοποιούσε την αιχμή της τεχνολογίας της εποχής τον κινηματογράφο και τη φωτογραφία για να σκηνοθετήσει «αποδείξεις» ισχύος και επιβολής.
Και όμως, μέσα από αυτό το εργαλείο προπαγάνδας, διασώζονται σήμερα πρόσωπα. Άνθρωποι. Εκφράσεις που δεν πρόλαβαν να γεράσουν.
Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη χαρακτήρισε τις φωτογραφίες «εξόχως σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας», τονίζοντας πως δίνουν «πρόσωπο» στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό των εκτελεσθέντων, λίγες στιγμές πριν από τον θάνατό τους. «Είναι ανεκτίμητες», υπογράμμισε.
Η κήρυξη της συλλογής ως μνημείου δεν είναι μια τυπική διοικητική πράξη. Είναι μια πράξη μνήμης. Παρέχει το θεσμικό έρεισμα στο ελληνικό κράτος να διεκδικήσει την απόκτησή της, ώστε οι φωτογραφίες να επιστρέψουν στον τόπο όπου γράφτηκε το αίμα της Ιστορίας.
Εμπειρογνώμονες της Διεύθυνσης Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς μεταβαίνουν στο Έβεργκεμ του Βελγίου για να εξετάσουν από κοντά τη συλλογή και να συνομιλήσουν με τον συλλέκτη. Το διακύβευμα δεν είναι οικονομικό. Είναι ηθικό και ιστορικό.
Γιατί η Καισαριανή δεν είναι μια απλή τοποθεσία, αλλά σύμβολο και οι 200 δεν είναι αριθμός, αλλά μνήμη.
Κάθε φωτογραφία τους, μια σιωπηλή μαρτυρία. Κάθε βλέμμα, μια ανοιχτή πληγή.











