Η ενεργειακή κρίση συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά, όμως μια σειρά από μέτρα δημιουργεί μέχρι στιγμής ένα δίχτυ προστασίας. Κρατικές επιδοτήσεις, πλαφόν και συγκράτηση από την πλευρά της αγοράς απορροφούν σημαντικό μέρος των αυξήσεων που προέρχονται από τη διεθνή άνοδο στις τιμές του αργού, των υγρών καυσίμων και του φυσικού αερίου.
Στην ηλεκτρική ενέργεια, τα πράσινα τιμολόγια του Απριλίου εμφανίζουν μέση αύξηση περίπου 17 τοις εκατό σε σχέση με τον Μάρτιο, όμως η πραγματική επιβάρυνση για πολλούς καταναλωτές είναι μικρότερη. Περίπου 1,6 έως 1,7 εκατομμύρια καταναλωτές με σταθερά μπλε τιμολόγια δεν βλέπουν καμία αύξηση, ενώ οι βασικοί προμηθευτές προχώρησαν σε πιο ήπιες ανατιμήσεις της τάξης του 6 έως 7 τοις εκατό στα πράσινα τιμολόγια. Οι τιμές διαμορφώνονται από 14 έως 25 σεντς ανά κιλοβατώρα για τα πράσινα τιμολόγια, ενώ τα σταθερά ξεκινούν από 11 σεντς, δίνοντας τη δυνατότητα στους καταναλωτές να εξασφαλίσουν σταθερό κόστος για έναν χρόνο.
Στα καύσιμα, η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης φτάνει τα 20 λεπτά ανά λίτρο και περνά σταδιακά στην αγορά καθώς ανανεώνονται τα αποθέματα των πρατηρίων. Παράλληλα ενεργοποιείται το fuel pass, με ενίσχυση 50 ευρώ για τα αυτοκίνητα και αυξημένα ποσά για τα νησιά, καθώς και 30 ευρώ για τις μοτοσυκλέτες. Τα εισοδηματικά κριτήρια καλύπτουν τη μεγάλη πλειονότητα των οδηγών, ενώ για όσους χρησιμοποιούν ντίζελ η συνολική ενίσχυση είναι διπλή, συνδυάζοντας την επιδότηση στην αντλία και το επίδομα.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, που περιορίζει τις αυξήσεις τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική. Έτσι διασφαλίζεται ότι οι επιδοτήσεις φτάνουν στον καταναλωτή και δεν απορροφώνται από την αγορά.
Συνολικά, τα μέτρα συγκροτούν μια προσωρινή αλλά ουσιαστική ασπίδα απέναντι στην ενεργειακή κρίση, περιορίζοντας τις επιπτώσεις στο εισόδημα των πολιτών και διατηρώντας μια εύθραυστη ισορροπία στην αγορά ενέργειας.










